Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ «ΔΙΑΛΟΓΟΙ»

- Άντε ρε, θα πάμε καμιά φορά για ψώνια; Μεσημέριασε. - Καλά θα πάμε. Κάτσε να πω τον καφέ, να πάρω κουράγιο και θα πάμε. - Να πάρεις κουράγιο; Γιατί τι θα κάνουμε; - Θα πάμε να ψωνίσουμε. Λίγο το ‘χεις; - Άντε ρε υπερβολικέ τελείωνε. Πόση ώρα θα παιδεύεις αυτή τη γουλιά του καφέ; - Τι λες μωρέ! Αυτή η γουλιά είναι το καλύτερο. Άσε με να την απολαύσω. - Τέλειωνε ειπαμεεεεε. - Άντε πάμε λύσσαξες πια. Φαγώθηκες να τα ακουμπήσεις πρωί πρωί. - Βρε τι φαγώθηκα; Για ψώνια πάμε δεν πάμε στα μπουζούκια. - Τα μπουζούκια πιο φτηνά θα μας έρθουν αν θες να ξέρεις. Και πήγαμε στο σούπερ μάρκετ. Εκεί συναντηθήκαμε και με άλλους γνωστούς «ήρωες» της κατανάλωσης. Έξω από την πόρτα, πήρα μια βαθιά ανάσα, και μπήκα. Αυτό που φοβόμουν είχε συμβεί, και το χειρότερο ήταν ότι αναγκάστηκα να πάρω καρότσι όπως και οι υπόλοιποι. Το «κομβόι» με τα καρότσια της παρέας μπήκε μέσα στο σούπερ μάρκετ, και αρχίσαμε την περιήγηση στους διαδρόμους. Είχαμε κάνει ήδη τον πρώτο γύρο, και ακόμα τα καρότσια ήταν άδεια. Δεν τολμούσαμε να απλώσουμε χέρι γιατί τα ταμπελάκια των τιμών ήταν σαν στόματα λύκων. -Τι θα γίνει; Θα κάνουμε κι άλλο κύκλο; Το καρότσι θα ξεράσει. Ηρθαμε για ψώνια η για να μάθουμε να οδηγούμε καροτσακια; Όχι τίποτα άλλο, αλλά αν είναι να ειδοποιήσω τον Σάκη από τη σχολή οδηγών να μας κάνει μάθημα. - Έλα ρε κοιτάμε. - Για να κοιτάξουμε λύσσαξες τέλειωνε και τέλειωνε; Άντε δε θα ψωνίσεις; - Θα ψωνίσω αλλά πρώτα πρέπει να δω καλά τις τιμές. - Και που θα τις δεις τι θα γίνει; Θα τις ματιάσεις και θα πέσουν; Όχι βέβαια. Το πολύ πολύ να σου ανεβεί η πίεση. - Άντε ρε κρύε. - Εγώ είμαι κρύος. Εσύ που είσαι όμως ο ζεστός, μην αρχίσεις πάλι να βρίζεις όταν πληρώσεις όπως έκανες την προηγούμενη εβδομάδα. - Δεν θα βρίζω…. Άντε να τελειώνουμε. - Ακόμα δεν αρχίσαμε. Λοιπόν εγώ θα πάρω δυο τρία πραγματάκια. Δεν θα αργήσω. Έχεις να πάρεις πολλά; - Ολόκληρο κατεβατό μου έγραψε η γυναικά μου. Και αρχίσαμε τα ψώνια μετά από τον «δοκιμαστικό γύρο» (λες και ήμασταν σε πίστα της φόρμουλα). Τα καρότσια επιτέλους άρχισαν να δέχονται τα πρώτα είδη. Κάθε φορά που ο κολλητός μου έβλεπε την τιμή στο προϊόν που ήθελε να πάρει, μουρμούριζε διάφορα. - Είπες τίποτα; - Όχι γιατί; - Σαν να σε άκουσα να λες κάτι. - Όχι σου φάνηκε. Στο επόμενο ράφι, το μουρμουρητό καθως γέμιζε το καρότσι συνεχίστηκε. Εγώ γρήγορα πήρα αυτά που ήθελα, πήγα στο ταμείο πλήρωσα, και αφού πήγα τα ψώνια στο αυτοκίνητο γύρισα μέσα στο σούπερ μάρκετ για να απολαύσω το σοου με τον κολλητό μου. Ποιο σόου; Μα αυτό που ακολούθησε στο ταμείο που πήγε να πληρώσει. Και εμφανίστηκε με την λίστα άδεια, και το καρότσι γεμάτο! - Εντάξει; Τα πήρες όλα; - Μόνο όλα; Όλο το μαγαζί μου είχε γραμμένο στη λίστα γαμωτο. Ποιος ξέρει πόσο θα μου βγουν όλα αυτά μαζεμένα. - Έλα ρε υπερβολικέ. Πως κάνεις έτσι! - Δεν είμαι υπερβολικός. Λογικός είμαι. - Μπα; - Μπού! - Καλά, θα σε δω τώρα που θα «κληρώσει». Και «κλήρωσε» που λέτε, και ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε. Πήδηξε μέχρι το ταβάνι ο κολλητός μου. -Τιιιιιιιιι; 170 ευρώ; Μα είστε καλά; Η καημένη η ταμίας ξαφνιάστηκε από την αντίδραση του κολλητού μου. - Κύριε μου είδατε τις τιμές των προϊόντων. Είμαστε λοιπόν πολύ καλά, και κακώς αντιδράτε έτσι. - Καλά σου λέει η κοπέλα. Αφού ήξερες πόσο κάνει το κάθε τι που αγόραζες, γιατί χτυπιεσαι και σκούζεις; - Μα είναι τιμές αυτές; Δεν είδες πόσο ανεβήκαν σε μια εβδομάδα μόνο; - Εγώ το είδα, και το ήξερα γι αυτό σου είπα ότι τα μπουζούκια πιο φτηνά θα σου βγουν. Εσύ όμως με είπες υπερβολικό. Πλήρωνε τώρα και μη μιλάς. Όσο συνεβαιναν όλα αυτά είχαν έρθει και οι υπόλοιποι και άρχισαν να τον κουρδίζουν! - Έλα ρε εσύ δεν έχεις ανάγκη έχεις λεφτά, δυο μισθοί μπαίνουν στο σπίτι… Και ο κολλητός μου ξέσπασε. -Σιγά τους μισθούς ρε! Τι μένει νομίζετε; Να τα ψώνια, να τα καύσιμα, να τα φροντιστήρια, να το ένα να το άλλο, ούτε δεκαπενθήμερο δεν βγαίνει. Φύγαμε από το σούπερ μάρκετ, και σε όλη τη διαδρομή ο κολλητός μου μουρμούριζε «ζεματισμένος». -Α ρε μπαγλαμάδες, αν σας ξαναψηφίσω, να μου κοπούν τα χέρια από τους ώμους.

ΜΟΥΣΙΚΗ, ΚΑΙ «ΜΟΥΣΙΚΟΙ».

Πάει μια εικοσαετία τώρα, που παρακολουθώντας και συγκρίνοντας τη μουσική «παρουσία» της χώρας μας, πραγματικά απογοητεύομαι. Έγραψα πολλές φορές για τα «εμπορικά» τραγούδια, και διαπιστώνω ότι το τραγούδι μας γενικότερα, κατάντησε «εμπόρευμα» στα διάφορα δισκογραφικά μπακάλικα. Παρακολουθώ τις προσπάθειες διαφόρων δημιουργών που επιχειρούν και γράφουν πραγματικά καλό τραγούδι, που ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ με όλη τη σημασία της λέξης, και αντί τα τραγούδια τους να είναι γνωστά σε όλο τον κόσμο, μετά από λίγο καιρό, χάνονται. Είναι εκείνα τα τραγούδια που δεν χαρακτηρίζονται «εμπορικά». Είναι εκείνα τα τραγούδια που πραγματικά λένε κάτι. Είναι εκείνα τα τραγούδια που έχουν ποιότητα, που έχουν «ευαισθησία», που αγγίζουν τον κόσμο, και που δυστυχώς είναι από την γέννηση τους καταδικασμένα. Ποιος τα καταδικάζει; Πάντως όχι ο κόσμος. Στον κόσμο οι «έμποροι» δεν δίνουν καν την ευκαιρία να τα γνωρίσει, γιατί έτσι και γίνει αυτό, όλα τα άλλα, τα λεγόμενα «εμπορικά», θα πάνε στα σκουπίδια. Γιατί εκεί είναι ουσιαστικά η θέση τους. Λέμε σήμερα για Ελληνική Μουσική, αλλά έχουμε αναρωτηθεί κατά πόσο η μουσική που ακούμε είναι Ελληνική, και όχι κάποια ξένη την οποία έχουν διασκευάσει οι «σύγχρονοι» μουσικοί – τραγουδοποιοί; Και βλέπω ότι όσο πάει, χάνεται ο φυσικός ήχος των μουσικών οργάνων. Πάει να αντικαταστεί από τον «ηλεκτρονικό», όπως και ο τρόπος σύνθεσης και ενορχήστρωσης. Αυτό βέβαια θα με πείραζε λιγότερο αν το αποτέλεσμα ήταν κάτι καλό και όχι ευκαιριακό όπως συμβαίνει στο 85% των μουσικών μας σήμερα. Το υπόλοιπο 15%, δεν έχει την προβολή που θα έπρεπε, ούτε τα δελτία τύπου από τις δισκογραφικές που θα έπρεπε. Και ενώ έχουμε μεγάλους πραγματικά μουσικούς δημιουργούς, ελάχιστοι είναι εκείνοι που είναι πλεον γνωστοί στο ευρύ κοινό. Ένα παράδειγμα, είναι και ο Γρηγόρης Τζιστούδης, που γνωρίσαμε σε παλαιότερο άρθρο. Ενώ λοιπόν η μουσική του έχει πραγματικά κατακτήσει την Ευρώπη, εδώ στην Ελλάδα ελάχιστοι τον ξέρουν! Και είναι πάρα πολλά ακόμα τα παραδείγματα σαν αυτό του Γρηγόρη. Και ακούω στα διάφορα ραδιόφωνα τους μουσικούς παραγωγούς να μιλούν για «καταξιωμένους» συνθέτες, στιχουργούς, ερμηνευτές, για «μεγάλες επιτυχίες», και αναρωτιέμαι αν όλοι αυτοί οι τίτλοι αναφέρονται στις μουσικές και τα τραγούδια κάποιας άλλης χώρας γιατί να αναφέρονται στα δικά μας αποκλείεται. Αν την κατάντια την χαρακτηρίζεις επιτυχία, τότε κάθε σχόλιο είναι περιττό. Την περασμένη εβδομάδα ήμουν σε μια συνάντηση δημοσιογράφων Ελλήνων και ξένων που το αντικείμενο τους είναι η μουσική, τα καλλιτεχνικά. Ντράπηκα πραγματικά όταν ένας Αυστριακός είπε ότι «προτιμούν να παραμείνουν στην έρευνα των δεκαετιών 50-80 της Ελληνικής Μουσικής, παρά να ασχοληθούν με τους σημερινούς «ατάλαντους» δημιουργούς». Αυτό (συνέχισε) είναι πλεον το τραγούδι της Ελλάδας; Κρίμα στην μεγάλη μουσική μας παράδοση, και στα ιερά τέρατα που έβγαλε η χώρα μας. Σίγουρα δεν θα περίμεναν αυτή την κατάληξη. Η Ευρώπη (συνέχισε πάλι) χρόνια τώρα μελετά όλα όσα αφορούν την μουσική και το τραγούδι μας, και βλέποντας το σύγχρονο Ελληνικό τραγούδι, το συγκρίνει με όλα τα παλιά καλά, και το απορρίπτει. Βέβαια μέσα σε αυτόν τον σωρό, ξεχωρίζει κάποιες πολύ καλές δουλειές οι οποίες όμως είναι σαν σταγόνα στον ωκεανό» Το ότι οι ξένοι γενικότερα ασχολούνται με την μουσική μας το έχω γράψει αμέτρητες φορές και το έχω πει στις εκπομπές μου στο ραδιόφωνο όπου και έτυχε να φιλοξενήσω φίλους από το εξωτερικό, οι οποίοι ξάφνιασαν όλους μας με τις γνώσεις τους γύρω από την μουσική μας ιστορία, γνώσεις που καλά καλά δεν έχουν ακόμα κι οι πιο εξειδικευμένοι σε μουσικά θέματα. Στον αντίποδα τώρα όλων αυτών, έχουμε την νεολαία μας, να γνωρίζει σε πολλές περιπτώσεις ελάχιστα ιστορικά στοιχεία, σε αντίθεση με όλα τα σουξέ, που ξέρει γι αυτά και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ο Αυστριακός είπε και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό στο οποίο συμφώνησαν σχεδόν όλοι. Θα έπρεπε να διδάσκεται στα διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα η ιστορία και εξέλιξη της μουσικής μας, έτσι που να έχουν τη δυνατότητα όλοι να μάθουν, και να τους δοθεί η ευκαιρία να «ψάξουν» και να συγκρίνουν, υποχρεώνοντας έτσι όλους εκείνους που ουσιαστικά «κοροϊδεύουν» και εκμεταλλεύονται τη μουσική, η να γράψουν κάτι καλό, η να αποσυρθούν. Καλό θα ήταν να γινόταν κάτι τέτοιο, και ίσως μετά από πάρα πολλά χρόνια γίνει. Μέχρι τότε όμως, θα βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από «εμπορικά» τραγούδια, και από διασκευασμένες μουσικές, ενώ στην έρημο αυτή, θα υπάρχουν κάποιες «οάσεις» καλού τραγουδιού, οι οποίες θα ξεδιψούν όσους θέλουν να ακούν κάτι καλό.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (Αναδημοσίευση απο www.provoleas.gr)













Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

Απόσπασμα από την «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη
Ο Νίκος Καζαντζάκης (18/2/1883-20/10/1957) , υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς, αλλά και πιο παρεξηγημένους Έλληνες συγγραφείς του 20ού αιώνα.
Κρητικής καταγωγής, είναι κυρίως γνωστός από τα έργα του «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός».
Ο Καζαντζάκης είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας.
Πολλά από τα έργα του παρουσιάστηκαν στο θέατρο και τον κινηματογράφο.
Έχει επίσης γίνει η πηγή έμπνευσης συνθετών όπως ο Σκαλκώτας, ο Μαρτινού, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης.
Οι θεματικές των έργων του, ποικίλες.
Τα έργα του από Πεζά, έως Ποίηση, αποτελούνται από Πεζογραφήματα, Δοκίμια, Θεατρικά έργα, Ταξιδιωτική λογοτεχνία, Παιδική λογοτεχνία, Μεταφράζεις και Διασκευές.
Πολυγραφότατος καυτηριάζει την υποκρισία και περιγράφει την χαρά της ζωής.
Αναζητά όμως μέσα από όλα αυτά πάντοτε το βαθύτερο νόημα της ζωής.
Κορυφαία έργα του η Ασκητική και η Αναφορά στο Γκρέκο, όπου έγραφε για αυτή στο πρόλογο του βιβλίου:
«Η αναφορά μου στον Γκρέκο δεν είναι αυτοβιογραφία: η ζωή μου η προσωπική για μένα μονάχα έχει κάποια, πολύ σχετική αξία, για κανένα άλλον: η μόνη αξία που της αναγνωρίζω είναι ετούτη: ο αγώνας της να ανέβει από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φθάσει όσο πιο αψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμη της και το πείσμα - στην κορφή που αυθαίρετα ονομάτισα Κρητική ματιά.
Θα βρεις λοιπόν φίλε αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες.
Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του.
Πολλοί, οι πιό πολλοί φθάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζουνται στη μέση της πορείας και δε φθάνουν στη κορφή του Γολγοθά θέλω να πω στην κορφή του Γολγοθά θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους να σταυρωθούν, ν αναστηθούν και να σώσουν την ψυχή τους.
Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης, άλλον δεν έχει.
Τέσσερα στάθηκαν τα αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμα μου, και το καθένα φέρνει ένα ιερό όνομα:
Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας.
Αυτή την αιματερή πορεία μου, από τη μια από τις μεγάλες αυτές ψυχές στην άλλη, τώρα που ο ήλιος βασιλεύει, μάχουμαι στο Οδοιπορικό μου ετούτο να σημαδέψω.
Έναν άνθρωπο να ανεβαίνει με την ψυχή στο στόμα, το κακοτράχαλο βουνό της μοίρας του. Αλάκερη η ψυχή μου μια κραυγή κι όλο μου το Έργο, το σχόλιο στην κραυγή αυτή».

Εργογραφία (πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

1- Πεζογραφία
Κάρμα Νιρβανή, Όφις και Κρίνο. Αθήνα, 1906.
Τόντα Ράμπα. Αθήνα, Δίφρος, 1956. (μετάφραση από τα γαλλικά Γιάννη Μαγκλή) Le jardin des Rochers. 1939. (και σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη με τίτλο Ο Βραχόκηπος. Αθήνα, Εστία, 1960.
Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. Αθήνα, Δημητράκος, 1946.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Αθήνα, Δίφρος, 1954.
Οι Αδερφοφάδες. Αθήνα, 1963.
Ο Καπετάν Μιχάλης. Αθήνα, Μαυρίδης, 1953.
Ο τελευταίος πειρασμός. Αθήνα, Δίφρος, 1955.
Ο Φτωχούλης του θεού. Αθήνα, Δίφρος, 1957.
Αναφορά στο Γκρέκο. Αθήνα, χ.ε., 1961.

2- .Δοκίμια
Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας. Ηράκλειο, Στ.Μ.Αλεξίου, 1909.
H.Bergson . Αθήνα, τυπ. Μαίσνερ και Καργαδούρη, 1912. Salvatores Dei•
Ασκητική. Αθήνα, 1927.
Ιστορία της Ρώσικης λογοτεχνίαςΑ΄. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1930.
Ιστορία της Ρώσικης λογοτεχνίαςΒ΄. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1930.
Συμπόσιο. Αθήνα, Ελένη Καζαντζάκη, 1971.

3- Θέατρο
Πέτρος Ψειλορείτης, Ο Πρωτομάστορας. Αθήνα, έκδοση των Παναθηναίων, 1910.
Νικηφόρος Φωκάς. Αθήνα, Στοχαστής,1927.
Χριστός. Αθήνα, Στοχαστής, 1928. Οδυσσέας. Αθήνα, Στοχαστής, 1928.
Νικηφόρος Φωκάς. Αθήνα, Πυρσός, 1939.
Μέλισσα. Αθήνα, 1939. (ανατύπωση από τη Νέα Εστία) Ιουλιανός.
Αθήνα, Ο Πιγκουΐνος, 1945.
Ο Καποδίστριας. Αθήνα, Νικ.Αλικιώτης, 1946.
Σόδομα και Γόμορρα. Αθήνα, 1949. (ανάτυπο από τη Νέα Εστία)

4 - Ταξιδιωτική λογοτεχνία
Τι είδα στη ΡουσίαΑ΄. Αθήνα, Στοχαστής, 1928.
Τι είδα στη ΡουσίαΒ΄ - Γ΄. Αθήνα, Στοχαστής, 1928.
ΤαξιδεύονταςΑ΄ • Ισπανία. Αθήνα, Πυρσός, 1956.
ΤαξιδεύονταςΒ΄ • Ιαπωνία - Κίνα. Αθήνα, Πυρσός, 1938.
ΤαξιδεύονταςΓ΄ • Αγγλία. Αθήνα, Πυρσός, 1941.
Ταξιδεύοντας• Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά. Αλεξάνδρεια, εκδ. βιβλιοπωλείου Σεράπειον, 1927.
Ταξιδεύοντας• Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος. Αθήνα, O Μοριάς, 1961.

5- Ποίηση
Οδύσσεια. Αθήνα, Πυρσός, 1938.
Τερτσίνες. Αθήνα, 1960.

6- Αλληλογραφία
Επιστολές προς τη Γαλάτεια. Αθήνα, Δίφρος, 1958.
Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη. Αθήνα, Ελένη Καζαντζάκη, 1984. Ανέκδοτες επιστολές Καζαντζάκη • Από τα νεανικά έως τα ώριμά του χρόνια (1902-1956)• Με πρόλογο και σχόλια του Μηνά Δημάκη. Αθήνα, έκδοση του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη, 1979.
Το χρονικό μιας δημιουργίας • Ανέκδοτη αλληλογραφία Καζαντζάκη - Μαρτινού • Επιμέλεια Γιώργος Ανεμογιάννης. Βάρβαροι Κρήτης, έκδοση μουσείου Νίκου Καζαντζάκη, 1986.

7- Παιδική λογοτεχνία
Μέγας Αλέξανδρος. Αθήνα, Ελένη Καζαντζάκη, 1979.
Στα παλάτια της Κνωσού. Αθήνα, Ελένη Καζαντζάκη, 1981.

8- Μεταφράσεις
William James , Η θεωρία της Συγκινήσεως. Αθήνα, Φέξης, 1911.
Φρειδερίκου Νίτσε, Η γέννησις της τραγωδίας. Αθήνα, Φέξης, 1912. Φρειδερίκου Νίτσε,
Τάδε έφη Ζαρατούστρας. Αθήνα, Φέξης, 1913.
T.P. Eckermann, Συνομιλίαι Έκκερμανν με τον Γκαίτε. Αθήνα, Φέξης, 1913. C.A. Laisant,
Η Αγωγή επί τη βάσει της επιστήμης. Αθήνα, Φέξης, 1913.
Μ.Μαίτερλιγκ, Ο θησαυρός των ταπεινών. Αθήνα, Φέξης, 1913. Ch. Darwin,
Περί της γενέσεως των ειδών. Αθήνα, Φέξης, 1915. Louis Bόchner ,
Δύναμις και Ύλη. Αθήνα, Φέξης, 1915
H. Bergson, Το γέλιο. Αθήνα, Φέξης, 1915.
Ο Ηγεμόνας του Νικολό Μακιαβέλλι. Αθήνα, Γαλαξίας, 1961.
Johanes Joergensen, Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης. Αθήνα, 1951.
Πλάτων, Αλκιβιάδης δεύτερος. Αθήνα, Φέξης, 1912.
Πλάτων, Ίων, Μίνως, Δημόδοκος, Σίσυφος, Κλειτοφών. Αθήνα, Φέξης, χ.χ. Όμηρος, Ιλιάδα. Αθήνα, 1955 (μετάφραση Ν.Καζαντζάκη - Ι.Θ.Κακριδή).
Όμηρος, Οδύσσεια. Αθήνα, 1965 (μετάφραση Ν.Καζαντζάκη - Ι.Θ.Κακριδή).
Δάντης, Η θεία Κωμωδία. Αθήνα, Κύκλος, 1934.

9- Διασκευές
Ιούλίος Βερν, Οι πειραταί του Αιγαίου. Αθήνα,Δημητράκος, 1931.
Ιούλιος Βερν, Περιπέτειες Κινέζου στην Κίνα. Αθήνα, Δημητράκος, 1931.
Ιούλιος Βερν, Η χώρα των αδαμάντων. Αθήνα, Δημητράκος, 1931.
Ιούλιος Βερν, Ο γύρος του κόσμου εις 80 μέρες. Αθήνα, Δημητράκος, 1931.
Ιούλιος Βερν, Η πλωτή πολιτεία. Αθήνα, Δημητράκος, 1942.
Ιούλιος Βερν, Από τον Καύκασο στο Πεκίνο. Αθήνα, Δημητράκος, 1942.
Ιούλιος Βερν, Μιχαήλ Στρογκώφ. Αθήνα, Δημητράκος, 1942.
Ιούλιος Βερν, Ροβήρος ο κατακτητής. Αθήνα, Δημητράκος, 1943.
Μπούλβερ - Λύττων, Οι τελευταίες ημέρες της Πομπηίας. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1933. Μαίην Ρυντ, Οι νέοι Ροβινσώνες. Αθήνα, Νίκας και Σία, χ.χ. Μπήτσερ Στόου, Το καλύβι του Μπαρμπα Θωμά. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 193;
Μπόνσελς, Μάγια η Μέλισσα. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1931.
Ντίκενς, Όλιβερ Τουίστ. Αθήνα, Ελευθερουδάκης [1933].
Ντωντέ, Το μικρούλικο. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 193;
Σουίφτ, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 193;
Γκοπάλ - Μουκέρι, Ο ελέφας Καρί. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, [1931].

10- Συγκεντρωτικές εκδόσεις Θέατρο•
Τραγωδίες με βυζαντινά θέματα. Αθήνα, Δίφρος, 1956.
Θέατρο• Τραγωδίες με διάφορα θέματα. Αθήνα, Δίφρος, 1956.
Ανέκδοτες επιστολές• Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει… Επιμέλεια – Εισαγωγή – Σχόλια Θανάσης Παπαθανασόπουλος. Βάρβαροι Ηρακλείου, έκδοση ιδρύματος Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, χ.χ. ( Για εκτενέστερα βιβλιογραφικά στοιχεία βλ. Κατσίμπαλης Κ.Γ., Βιβλιογραφία Ν.ΚαζαντζάκηΑʼ 1906-1948. Αθήνα, 1958 και Καλαμαράς Βασίλης Κ., « Νίκου Καζαντζάκη», Διαβάζω190, 27/4/1988, σ.99-105.



Η βιβλιογραφία του Ν Καζαντζάκη είναι από το http://book.culture.gr/)

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΑΣΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ Γ! ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

Άλλο ένα φαινόμενο που πέρασε στα «ψιλά» του τύπου.
Ο Τάσος Κουράκης, καθηγητής ιατρικής του Α.Π.Θ στο εργαστήριο βιολογίας-γενετικής, και υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ στην Α΄Θεσσαλονίκης έκανε με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου βιολογίας της Γ΄γυμνασίου την εξής δήλωση:
«Όσα δεν κατάφεραν οι πολυεθνικές των εταιρειών βιοτεχνολογίας με τον πακτωλό χρημάτων για τη διαφήμιση των "πλεονεκτημάτων" των μεταλλαγμένων τροφίμων, όσα δεν κατάφεραν οι πρεσβείες και η διπλωματία των ΗΠΑ για να πιεσθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να συγκατανεύσει στην είσοδο γενετικά τροποποιημένων στο έδαφός της ενάντια στη θέληση εκατομμυρίων ανθρώπων, όσα δεν κατάφεραν οι πληρωμένοι επιστήμονες από την MONSATO και τις άλλες εταιρείες να μας πείσουν ότι με τα μεταλλαγμένα θα λύσουν το πρόβλημα της πείνας στον κόσμο, προσπάθησε να το καταφέρει το Υπουργείο Παιδείας στη χώρα μας, το οποίο στόχευσε μέσα από το βιβλίο βιολογίας της Γ΄γυμνασίου, να διαμορφώσει μια στάση αποδοχής της νέας γενιάς γύρω από τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα.

1.Στη σελίδα 124 του βιβλίου με δύο εικόνες τα λέει όλα: στη μία εικονίζονται ντομάτες υγιείς, ελκυστικές , κόκκινες, με την υπόδειξη ότι είναι γενετικά τροποποιημένες και στην άλλη ντομάτες μουχλιασμένες, ζαρωμένες και καφεκόκκινες, με την υπόδειξη ότι είναι μη γενετικά τροποποιημένες.
Το μήνυμα σαφές.
Όχι απλά μια υπεροχή των μεταλλαγμένων αλλά η μοναδική υγιής τροφή.
Οι φυσικές ντομάτες που καταναλώναμε τόσα χρόνια είναι για τη χωματερή.


2.Στην ίδια σελίδα πιο κάτω γράφει "…όταν καλλιεργούμε τέτοια φυτά (δηλαδή γενετικά τροποποιημένα), δεν χρειάζεται να κάνουμε χρήση παρασιτοκτόνων.
Η σοδειά μας δεν κινδυνεύει, το κόστος παραγωγής μειώνεται και το προϊόν φτάνει στον καταναλωτή σε χαμηλότερη τιμή".
Πάλι η υπεροχή των μεταλλαγμένων, λες και διαβάζουμε διαφημιστικό εταιρειών βιοτεχνολογίας χωρίς καμία αναφορά για την καταστροφή της χλωρίδας και πανίδας του γύρω περιβάλλοντος και την αύξηση της χρήσης φυτοφαρμάκων, με μοναδικό κερδισμένο τις εταιρείες παραγωγής μεταλλαγμένων φυτών.


3.Στη σελίδα 13 χωρίς να κατονομάζει ευθέως ότι μιλάει για γενετικά τροποποιημένα, αλλά τα υπονοεί με σαφήνεια, γράφει ότι "…οι νέες ποικιλίες καλαμποκιού και σταριού, που είναι ανθεκτικές σε διάφορα έντομα και μικροοργανισμούς, έχουν μεγαλύτερη απόδοση".
Τούτο είναι λάθος καθώς οι μεταλλαγμένες ποικιλίες δεν έχουν μεγαλύτερη απόδοση, ούτε προκύπτει από πουθενά.
Αυτό που προβάλλουν οι ίδιες οι εταιρείες, είναι το μικρότερο κόστος παραγωγής, εξαιτίας της μικρότερης κατανάλωσης ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων (ακόμη και αυτό αμφισβητείται, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα)


4.Στην ίδια σελίδα λέει ότι τα τρόφιμα αυτά " …προσφέρονται λύσεις σε πολλά κοινωνικά προβλήματα, όπως αυτά του υποσιτισμού …" Είναι αδιανόητο σχολικό εγχειρίδιο να αναπαράγει τα επιχειρήματα προώθησης των εταιρειών, όταν γνωρίζουμε ότι το πρόβλημα της πείνας θα επιδεινωθεί, όπως και η εξάρτηση των αγροτών.

Όσον αφορά στο κεφάλαιο όπου αναπτύσσονται οι προβληματισμοί, είναι τόσο επιφανειακή και συνοπτική η προσέγγιση για την ενδεχόμενη διατάραξη της ισορροπίας του περιβάλλοντος, που αναφέρεται μόνο και μόνο για να δείξει «το αμερόληπτον » του πράγματος.

Η όλη προσέγγιση είναι μια μεθοδευμένη προσπάθεια να διαμορφωθεί μια νέα μεταλλαγμένη γενιά που θα καταναλώνει οτιδήποτε αποφασίζουν οι πολυεθνικές της διατροφής .

Οι ευθύνες της κυβέρνησης και του υπουργείου παιδείας είναι τεράστιες , γιατί δεν πρόκειται περί αβλεψίας και λάθους, αλλά για συνειδητή εφαρμογή υπερατλαντικών οδηγιών.


Τάσος Κουράκης

Καθηγητής ιατρικής Α.Π.Θ.

Εργαστήριο Βιολογίας – Γενετικής

ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Στην Ελλάδα, όταν έρχονται τα σύννεφα, μας πιάνει πανικός. Και μιλώ για τα σύννεφα του καιρού, όχι τα άλλα, τα πολιτικά. Παλιά, ο κόσμος όταν έβλεπε τον καιρό να συννεφιάζει ήξερε ότι η βροχή που θα ερχόταν θα πότιζε τις καλλιέργειες, θα μαλάκωνε το χώμα για να οργώσουν οι αγρότες, και θα μας έδινε το νερό που θα πιούμε Αυτά τα απλά, συνεβαιναν παλιά. Τότε που δεν είχαμε «προοδεύσει» τόσο, που δεν είχαμε μεταμορφώσει σε τσιμεντουπόλεις τα χωριά και τα δάση της χώρας. Τότε, που ΑΚΟΜΑ είχαμε τις ΕΠΟΧΕΣ, και τις καταλαβαίναμε. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα. Τότε που ήταν όλα πιο απλά, και που ο κόσμος περίμενε, ήθελε τα όποια καιρικά φαινόμενα. Ας αφήσουμε όμως το τότε, και να έρθουμε στο σήμερα, στο τώρα. Όπως είπα ήδη, όταν βλέπουμε να συννεφιάζει σήμερα, είτε σε πόλη είμαστε, είτε σε χωριό, είτε έχει εκεί κοντά καμένο δάσος είτε όχι, μας πιάνει ο πανικός της πλημμύρας. Κάνοντας έναν πρόχειρο απολογισμό των λόγων που έχουμε αυτά τα φαινόμενα, βλέπω ότι η ύπαρξη του ανθρώπινου χεριού, έχει κάνει «καλή» δουλειά. Βάλαμε δηλαδή τα χεράκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας. Στις περισσότερες περιοχές λοιπόν (για να δούμε κάποιες λεπτομέρειες), τα φρεάτια ομβριων είναι βουλωμένα. Αλλού, δεν υπάρχουν καθόλου. Αντιπλημμυρικά έργα υπάρχουν μεν, αλλά είτε είναι πρόχειρα, είτε είναι ΛΑΘΟΣ, και έτσι δεν κάνουν δουλειά. Οι διάφοροι «φορείς» περιμένουν να έρθει το κακό, και ΜΕΤΑ να λάβουν τα όποια μέτρα. Έχω δει πολλές περιοχές όπου σε μια καταρρακτώδη βροχή, οι πλατείες τους για πολλοστή φορά θα μεταμορφωθούν σε ποτάμια. Έχω δει πολλές περιοχές, που το καμένο δάσος θα κατεβάσει ολόκληρο βουνό σε αυτές σε περίπτωση καταρρακτώδους βροχής. Και σε αυτές τις περιοχές έχουν γίνει αντιπλημμυρικά έργα μόνο που δεν δίνουν το «αίσθημα ασφάλειας» στον κόσμο. Και όταν εκδηλώνονται τα όποια φαινόμενα, βλέπουμε όλες εκείνες τις εικόνες που μας κάνουν να σταυροκοπιόμαστε, και να λέμε «ευτυχώς που δεν είμαι στη θέση αυτών των ανθρώπων». Και γίνονται «συσκέψεις» επί συσκέψεων των φορέων για την αντιμετώπιση των όποιων «ακραίων» φαινομενων, συσκέψεις από τις οποίες οι περισσότεροι άμεσα ενδιαφερόμενοι πάντα απουσιάζουν. Ο φόβος μας ο μεγάλος κάθε φορά που έρχονται τα σύννεφα, είναι οι πλημμύρες, κι όμως, ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ. Στηριζόμαστε στην ….. πυροσβεστική, αλλά όταν έρθει η ώρα της είναι ήδη πολύ αργά γιατί επεμβαίνει για αντλήσεις υδάτων μόνο. Δεν είναι δουλειά της να καθαρίζει τα φρεάτια και τι σχάρες από τα σκουπίδια, δουλειά που είναι καθαρά των δήμων. Και έρχονται τα σύννεφα που θα φέρουν βροχή, η ακόμα χειρότερα, χιόνι. Εδώ και αν είμαστε σε κατάσταση πανικού. Οι περισσότεροι πολίτες αυτής της χώρας, δεν έχουν μάθει ακόμα πώς να αντιμετωπίσουν το καιρικό αυτό φαινόμενο. Σε αυτό έχει βοηθήσει και το κράτος, το οποίο «ΕΠΙΛΕΓΕΙ» που θα δώσει περισσότερο βάρος στην πρόληψη και αντιμετώπιση του χιονιού. Έτσι, βλέπουμε περιοχές αποκλεισμένες από τα χιόνια, χωρίς ΟΥΤΕ ΕΝΑ αποχιονιστικο μηχάνημα και άλλες περιοχές να έχουν ολόκληρο στόλο. Βλέπουμε το κράτος να κάνει «οικονομία» και να μη φροντίζει να προμηθευτεί τα κατάλληλα μηχανήματα. Και έρχονται διαρκώς τα σύννεφα. Βροχή; Χαλάζι; Χιόνι; Κάτι θα φέρουν, για λίγο η για πολύ, και θα δοκιμάσουν για ακόμα μια φορά την οργάνωση μας για να τα αντιμετωπίσουμε.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ-ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ

Έχει καταντήσει ουτοπία στη χώρα μας να αναφερόμαστε σε πάσης μορφής «ασφάλεια». Από κοινωνική μέχρι και την πραγματική, εκείνη που κάθε κράτος υποχρεούται να παρέχει στους πολίτες του. Στη χώρα μας, όταν μιλάμε για το «ασφαλιστικό», κατευθείαν το μυαλό μας πάει σε κινητοποιήσεις (είναι της μόδας τα τελευταία χρόνια) και αυτό για τον απλούστατο λογο ότι ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε σοβαρά με αυτό, και το τεράστιο πρόβλημα, παραμένει. Δεν έχει λυθεί, και πολύ φοβάμαι ότι δεν πρόκειται να λυθεί. Θέλετε γιατί οι πολιτικοι δεν είναι ικανοί να λύσουν το πρόβλημα; Θέλετε γιατί σκόπιμα αποφεύγουν να το λύσουν; Πολλοί θα πουν ότι «πως περιμένουμε να καταλάβουν το πρόβλημα και να το λύσουν άνθρωποι που δεν έχουν δουλέψει στη ζωή τους»; Εδώ να πω ότι η πραγματικότητα σε μεγάλο ποσοστό είναι αυτή δυστυχώς. Το «ασφαλιστικό» στην Ελλάδα είναι κανονική κοροϊδία, και οι όποιες μέχρι τώρα απόπειρες για να λυθεί το πρόβλημα αυτό, αποδειχτήκαν πειράματα σε βάρος των εργαζομένων. Είμαστε επίσης η χώρα, που ΑΛΛΕΣ αποφάσεις παίρνουμε για τους ασφαλισμένους στον δημόσιο, και άλλες στον ιδιωτικό τομέα. Ασφαλισμένοι «δυο ταχυτήτων», και πολύ περισσοτέρων κατά πολλούς. Το ασφαλιστικό στην «σύγχρονη» κατά τα άλλα εποχή μας, είναι ένα θέμα που «καίει», και ΚΑΝΕΙΣ δε θέλει να ρισκάρει το όποιο πολιτικό κόστος. Σκέφτονται το πολιτικό κόστος, και δεν σκέφτονται το ανθρώπινο. ΟΛΕΣ οι κυβερνήσεις μη θέλοντας να θίξουν τα όποια συμφέροντα εκείνων που τις στηρίζουν οικονομικά, φροντίζουν και λαμβάνουν «ημίμετρα» σε βάρος των εργαζομένων. Έχουμε δει όλα αυτά τα χρόνια, τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία καθημερινά να χρεώνονται όλο και περισσότερο. Ακούσαμε για πρώτη φορά περί «συγχώνευσης» των ταμείων αν θυμάμαι καλά τη δεκαετία του 80. Είδαμε ταμεία που από καλύτερα που ήταν, κατάντησαν χειρότερα. Δεν ήταν χρεωμένα, και χρεωθήκαν. Οι όποιες «παροχές» προς τους ασφαλισμένους μόνο παροχές δεν είναι, αφού τους αναγκάζουν να πληρώνουν. Και αποφάσισε λέει η κυβέρνηση να «ανοίξει» το ασφαλιστικό, και κάλεσε τους φορείς, τα συνδικάτα, σε διάλογο, αλλά άκρη δεν βγήκε, και ούτε πρόκειται να βγει. Από την άλλη οι ευρωπαίοι πιέζουν τη χώρα μας για σαρωτικές αλλαγές, σε όλους τους τομείς, αλλαγές όμως οι οποίες δεν μας συμφέρουν. Και πώς να μας συμφέρουν όταν πάμε από το κακό στο χειρότερο, όταν είμαστε μαθημένοι στα «δικά μας σχέδια»; Και το κακό είναι τα αποτελέσματα από του όποιους σχεδιασμούς, ελληνικούς και ευρωπαϊκούς, παλιούς και νέους, τα πληρώνουμε όλοι εμείς. Πολλοί μιλούν για «παγίδες» στο ασφαλιστικό. Δεν λένε όμως ΠΟΙΟΙ έστησαν και γιατί αυτές τις παγίδες, και μετέτρεψαν σε «απροστάτευτα θηράματα» όλους τους ασφαλισμένους. Και ακούμε να λέγονται πολλά για αλλαγές στις κατηγορίες ενσήμων, αλλαγές γενικότερα οι οποίες έτσι και γίνουν θίγουν το μεγαλύτερο ποσοστό των ασφαλισμένων στη χώρα. Κατά τα άλλα μιλάμε ακόμα για το ασφαλιστικό στη χώρα μας. ΠΟΙΟ ασφαλιστικό όμως; Το ασφαλιστικό «κουρελού» όπως το κατάντησαν τα τελευταία 30 χρόνια, και πάνε τώρα για ακόμα μια φορά να το «μπαλώσουν» κακήν κακώς καταδικάζοντας τους ασφαλισμένους για ακόμα μια φορά σε πλήρη ανασφάλεια; Για ΠΟΙΟ ασφαλιστικό μιλάμε; Για το ασφαλιστικό της «Ψωροκώσταινας», η το ασφαλιστικό της «μεγάλης» Ευρώπης, που δεν έχει ιδέα για το Ελληνικό ΜΠΑΧΑΛΟ; Και είπαν και για τα «όρια» ηλικίας, τα οποία μας θέλουν σαν Είλωτες να δουλεύουμε μια ζωή, για να πληρώνουμε αυτό το παμφάγο κράτος. Και πληρώνουμε, πληρώνουμε συνέχεια. Πληρώνουμε για να έχουμε … ασφάλιση, μόνο που όταν έρχεται η ώρα να πληρώσουν οι ασφαλιστικοί φορείς εμάς, βλέπουμε ότι αν δεν βάλουμε και πάλι το χέρι στην τσέπη, θα πάμε σαν τα σκυλιά στο αμπέλι.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

«ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ»

Μετά από πολυετή «σκλαβιά», μετά από τον αφόρητο «ζυγό» των εκάστοτε κυβερνητικών πολιτικών, οι «τιμές» έκαναν την επανάσταση τους. Οι «μάχες», αναμένεται να τελειώσουν από 1/1/2008, και επιτέλους, οι τιμές θα αναπνεύσουν τον αέρα της ελευθερίας τους. Σαν πολεμικό ανακοινωθέν δεν μοιάζει; Και είναι «πολεμικό», αφού ο «εχθρικός στρατός» απέναντι στις τιμές είμαστε όλοι εμείς. Τα μάθατε ε; Πάμε για νέες αυξήσεις. Όχι βέβαια στους μισθούς. Που τέτοια τύχη! Νέες αυξήσεις αναμένονται στα τιμολόγια της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, και των άλλων ΔΕΚΟ, που μόνο οργανισμοί «κοινής ωφέλειας» δεν είναι. Μάλλον σε «νόμιμη μαφία» φέρουν, σε ….. Νταβατζήδες. Και μετά από καιρό, μάθαμε νέα και για έναν ακόμα παλιό μας φίλο, που λέγεται ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ. Ανεβαίνει λέει ο πληθωρισμός. Γιατί ρε να πάρει σ’ αυτή τη χώρα δεν ανεβαίνει τίποτα καλό; Όλα τα στραβά και ανάποδα, όλα τα αρνητικά μόνο ανεβαίνουν, και το μόνο που έχει μόνιμη πτώση είναι το ηθικό μας. Είμαστε η χωρά των ΧΡΕΩΜΕΝΩΝ για τα υπόλοιπα 800 χρόνια. Οι περισσότεροι δεν το πήραν χαμπάρι ακόμα, αλλά όταν το πάρουν προβλέπονται λιποθυμίες. Λες και έπεσαν πάνω από την Ελλάδα οι «επτά πληγές του Φαραώ». Θα ανεβεί το ρεύμα. Πόσο δηλαδή θα πάει; Οι τιμές θα απελευθερωθούν, αλλά εμείς όλοι θα καταλήξουμε η στην φυλακή, η μετανάστες. Αναρωτιέμαι πως θα τα φέρουμε βόλτα με τους μισθούς και τις συντάξεις της πείνας. Προχθές μίλησα με ένα γνωστό μου και ο άνθρωπος είχε πανικοβληθει από την ακρίβεια που επικρατεί. «85 ευρώ για απορρυπαντικά, χαρτικά, και κάτι άλλα απαραίτητα για το σπίτι (μου είπε.) Που θα πάει αυτή η κατάσταση; Δουλεύω και εγώ και η γυναικά μου, μπαίνουν σχεδόν δυο χιλιάρικα στο σπίτι, και πάλι ζοριζόμαστε. Φαντάσου εκείνους που πρέπει να τα βγάλουν πέρα με 700 και 800 ευρώ». Δεν είναι όμως θέμα «φαντασίας». Είναι η ωμή πραγματικότητα. Από πολύ καιρό έχει πιάσει «φαγούρα» τα αφεντικά της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, και έχουν ήδη αυξήσει τις χρεώσεις τους. Τώρα πάλι ετοιμάζονται για νέες αυξήσεις. Καθημερινά βλέπουμε ότι οι υποσχέσεις της κυβέρνησης ήταν μια «φούσκα» και τίποτα παραπάνω. Όλο και περισσότεροι λένε χαρακτηριστικά ότι «πάει μας έκαψαν οι μεταρρυθμίσεις». Και δεν μπορώ να καταλάβω κάτι! Πως βγαίνουν και ζητούν την εμπιστοσύνη του λαού, όταν την ίδια στιγμή το άσπρο το λένε μαύρο; Βέβαια δεν φταίνε αυτοί. Φταίμε όλοι εμείς που τους ψηφίζουμε, γιατί μόνοι τους δεν βγαίνουν. Ξέρουν ρε παιδί μου, ότι κάθε τέσσερα χρόνια, τα κοροΐδα του «παραβαν» θα τους ξαναψηφίσουν. Αναρωτιέμαι πραγματικά, αν όποτε μπαίνουμε μέσα στα παραβάν για να ψηφίσουμε, ξεχνάμε για πιο λογο μπήκαμε, και λέμε «τώρα που δε με βλέπει κανείς, ας κάνω την μ…..α». Δεν εξηγείται ρε παιδιά αυτό που γίνεται. Ξέρουμε ότι μας κοροϊδεύουν, ότι δεν θα κάνουν τίποτα από όσα υπόσχονται, ότι θα μας ταράξουν στη φορολογία και στην ακρίβεια, και εμείς τους ξαναψηφίζουμε! Σου λένε λοιπόν, «αφού μετά από τόσα που τους κάνουμε μας ψηφίζουν, καντους και άλλα. Πάλι θα μας ψηφίσουν». Και πάρε αυξήσεις σε όλα, πάρε απελευθέρωση των τιμών, και αύριο πάλι θα δανειστείς για να ψωνίσεις να φας, γιατί από την ημέρα που θα πάρεις τον μισθό σου, σε δέκα μέρες θα είσαι άφραγκος.

ΠΕΡΙ ΑΝΑΛΥΤΩΝ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ!

Είχαμε τις προαλες το επεισόδιο στα Ζωνιανά, και εκτός όλων όσων ακουστήκαν και είδαμε και στα κανάλια, είχαμε και τους «αναλυτές» στα κανάλια να αναλύουν το θέμα της οπλοκατοχης και οπλοχρησίας στην Κρήτη.. Τι μαντινάδες ακούσαμε, τι αμπελοφιλοσοφίες και το μεγάλο θέμα στο τέλος; ΠΟΤΕ βγήκαν οι μαντινάδες που σατιρίζουν τους ειδικούς φρουρούς και την αστυνομία. Γεια σου Γιάννη, κουκιά σπέρνω. Σ’ αυτή τη χώρα, μου φαίνεται ότι πρέπει άμεσα να βρεθεί ένας χριστιανός να μας βαρέσει ΟΛΟΥΣ καμιά ένεση, μπας και συνέλθουμε, και σοβαρευτούμε επιτέλους. Το ότι επικρατεί ένα χάος σε πολλές περιοχές στην Κρήτη, αλλά και στην υπόλοιπη χώρα, είναι γνωστό, και δεν είναι κάτι καινούργιο. Έχουμε ακούσει, και έχει αποδειχτεί σε μεγάλο βαθμό ότι τα περισσότερα σπίτια στην μεγαλόνησο έχουν το δικό τους οπλοστάσιο. Εκτός από την Κρήτη, είναι και πάρα πολλές άλλες περιοχές που σε αστυνομικές επιχειρήσεις βρεθήκαν όπλα, εκρηκτικά, ναρκωτικά, και όλα τα «αξεσουάρ» της εποχής μας και των σύγχρονων παρανόμων, οι οποίοι είναι πιο άρτια εξοπλισμένοι από τις διωκτικές αρχές, και με τον ένα η τον άλλο τρόπο είναι πάντα πολύ πιο μπροστά από αυτές. Αυτό είναι κάτι που δε μπορεί κανείς να το διαψεύσει. Το να βγαίνουν όμως στα κανάλια ορισμένοι μαϊντανοί και να προσπαθούν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις, αυτό είναι πέρα από κάθε λογική. Λέει ο ένας. «Στην Κρήτη όλοι έχουν όπλα, γιατί είναι έτσι το έθιμο το οποίο κρατά από την Τουρκοκρατία ακόμα, και δεν τα χρησιμοποιούν παρά μόνο για «μπαλωθιές» σε γλεντια. Τώρα βέβαια, υπάρχουν και κάποιοι κακοποιοί όπως σε όλη την Ελλάδα οι οποίοι κάνουν όλα αυτά τα έκτροπα. Δεν θα χαρακτηρίσουμε κακοποιούς εξαιτίας κάποιων λίγων όλους τους Κρητικούς και όλους τους Έλληνες». Ωραία, τετράγωνη λογική. Στην Ελλάδα του 2007,οι «κατσαπλιάδες» κάνουν ότι θέλουν, και ούτε η αστυνομία δεν τολμά να κάνει κάτι και πώς να κάνει όταν μέσα στο παιχνίδι είναι μπλεγμένοι πολιτικοι, ανώτατοι αξιωματικοί και ένα σωρό άλλοι. Αντί να αναλύουν το πώς και το γιατί για τα όπλα, θα έπρεπε να ψάξουν πως ολόκληρα χωριά έχουν σαν κυριες καλλιέργειες το χασισι το οποίο μάλιστα το κάνουν εξαγωγή στην Ευρώπη (ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο), πως εμφανίζονται «φτωχοί» με βίλες, πανάκριβα αυτοκίνητα, και καταθέσεις πολλών χιλιάδων ευρώ, γιατί έχουν μετατραπεί περιοχές ολόκληρες σε «Φαρ ουέστ», και πολλά άλλα ΓΙΑΤΙ. Το βασικότερο όμως που θα έπρεπε να ψάξουν και να «αναλύσουν», είναι ΠΟΙΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥΣ. Το ψάρι λέει ο λαός βρωμάει από το κεφάλι. Δεν είναι δυνατόν να έχουμε «εσωτερικές επαναστάσεις» η παρανομία να είναι στο ζενίθ, και να μην αντιμετωπίζεται. ΟΛΕΣ οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις δεν έκαναν τίποτα όχι μόνο για την Κρήτη, αλλά και για όλη τη χώρα. Το μαύρο χρήμα από το εμπόριο όπλων και ναρκωτικών βολεύει πολλούς, τους «φτιάχνει» οικονομικά, και δεν λογαριάζουν τις απώλειες σε ζωες προκειμένου να μη χάσουν την προμήθεια τους. Αυτό το βόλεμα έστειλε και σαν πρόβατα στη σφαγή τους ειδικούς φρουρούς, και πόσους ακόμα για τους οποίους δεν έχουμε μάθει. «Κράτος εν Κράτει» τα Ζωνιανά, αλλά οι αναλυτές αναρωτηθήκαν πόσα ακόμα τέτοια κράτη έχουμε, τα οποία έχουν τους δικούς τους νόμους και κώδικες; Και κάθε φορά, μια μικρή μερίδα ατόμων καταφέρνει να ρεζιλέψει ένα κράτος, είτε αυτή η μερίδα ατόμων είναι από την Κρήτη, είτε είναι οι λεγόμενοι «αναρχικοί», είτε οτιδήποτε άλλο. Το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο, και επαναλαμβάνω, βολεύει πολλούς. Αυτά τα λίγα ας ψάξουν οι «αναλυτές», και όχι το πότε βρήκαν οι μαντινάδες, και άλλα άσχετα που λένε στα κανάλια.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΚΑΜΕΡΕΣ»

Και αποφάσισαν λέει να βάλουν κάμερες, προκειμένου (λέει) να γίνεται αυτό το πώς το λένε οι μορφωμένοι και νομικά καταρτισμένοι «έλεγχος έκτροπων». Τώρα αλλιώς το είπαν, αλλά σε ελεύθερη μετάφραση δική μου, αυτό σημαίνει. Ελλάδα η χώρα των «ταλέντων». Ζήλεψαν ρε παιδί μου τις τηλεοπτικές παραγωγές και είπαν να τις κάνουν «δημόσιες». Οπότε τώρα θα έχουμε τον νέο «big brother», και μάλιστα «ανοιχτού τύπου». Παγκόσμια πατέντα. Τώρα, ο κάθε Έλληνας, η κάθε Ελληνίδα, θα μπορεί να επιδεικνύει το ταλέντο του, το οποίο αφού περάσει από την ειδική «επιτροπή» (εισαγγελία, υπουργείο εσωτερικών, ΕΥΠ, αστυνομία, και λιμεναρχείο Κοζάνης) είτε που θα μείνει στην ελευθερία, είτε που θα καταλήξει σε κάποιο «ευαγές» ίδρυμα. Και εγώ έλεγα γιατί ξαφνικά ανέβηκε η κίνηση στα μαγαζιά με ρούχα παπούτσια και κοσμήματα. Ε δε μπορείς να βγεις στην τηλεόραση σαν λέτσος! Πρέπει να είσαι σωστά ντυμένος και μακιγιαρισμένος, για να μην καίγεσαι στα πλάνα. Πρέπει να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στους αρμόδιους για την απόφαση αυτή, διότι έτσι πλεον δίνεται η δυνατότητα στον καθένα να γίνει πρωταγωνιστής, χωρίς κληρώσεις και άλλες αηδίες οι οποίες γινόταν στους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Δεν μπορώ να καταλάβω πάντως ορισμένους οπισθοδρομικούς οι οποίοι δεν θέλουν τις κάμερες, και μιλούν για «φακέλωμα» και καταπάτηση των ελευθεριών! Καλά βρε αχάριστοι Έλληνες, εδώ το κράτος που δεν έχει λεφτά κάνει ένα σωρό έξοδα για την κάθε τηλεοπτική, ψωναρα, σας κάνει «πρωταγωνιστές», και εσείς δεν θέλετε τις κάμερες, και μιλάτε για φακέλωμα; Θα πέσει φωτιά να σας κάψει. Τι σχέση έχει το φακέλωμα βρε ανιστόρητοι με τις κάμερες; Καμιά απολύτως. Βλέπετε εσείς κανένα ντοσιέ, κανέναν φάκελο; Όχι. Πως θα μας φακελώσουν στις κάμερες ε;. Ξέρετε βρε παλιοέλληνες πόσο θα κοστίσουν οι κάμερες, και όχι μόνο η αγορά τους, αλλά και η «εκπαίδευση» των χειριστών τους, και η εγκατάσταση; Ξέρετε πόσο θα κοστίσουν τα «βαν» των εξωτερικών μεταδόσεων, και τα μικρόφωνα που σε ακούν από απόσταση; Και μόνο τέτοια μικρόφωνα που χρησιμοποιούν και κάνουν τα πλάνα πιο «φυσικά», δεν σε αγχώνουν ότι σε παίρνει εκείνη την ώρα κάμερα, θα έπρεπε να σας κάνουν να χοροπηδάτε από χαρά. Και εσείς έχετε το θράσος και μιλάτε για φακέλωμα; Ποιο κράτος θα έκανε όλα αυτά για τους πολίτες του; Τώρα εντάξει, θα τραβούν και κανέναν αναρχικό που τα σπάει και τα καίει, αλλά αυτό ΜΟΝΟ σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Και βγαίνει και ο άλλος και λέει ότι δεν θέλει να τον τραβάει η κάμερα όταν είναι στο αμάξι με κάποιον γιατί θα ξερόυν τις κινήσεις του, και αυτό είναι λέει «Ευαίσθητο Προσωπικό Δεδομένο». Ρε άντε τσάπισε τις μπάμιες σου από κει που μου έμαθες και τα προσωπικά δεδομένα. Εδώ μίλησε ο Εισαγγελέας. Δεν ξέρει αυτός, και ξέρεις βρε χάπατο εσύ; Αντί να λες ευχαριστώ που θα συμμετάσχεις στην μεγαλύτερη κινηματογραφική Κρατική παραγωγή (τύφλα ναχει το Μπέν Χούρ δηλαδή) τζάμπα (σε άλλες χώρες πληρώνουν με έκτακτες εισφορές), εσύ βρε διαμαρτύρεσαι και είσαι αρνητικός; Θα πέσει φωτιά να σε κάψει, και όχι τίποτα άλλο, αλλά υπάρχει φόβος να κάψει και τα πανάκριβα «σκηνικά». Αντί να ετοιμαστείς και να φορέσεις την πιο καλή σου φάτσα (αν δεν έχεις καλή κάθε Πέμπτη έχει σφαγείο όλο και κάτι θα βρεις) και να ετοιμαστείς για «γκρο πλαν», μου το παίζεις και καλά «αγωνιστής δικαιωμάτων»; Άμα δε σου αρέσει ρε φίλε, άλλαξε χώρα. Αλλά ξέρω γιατί είσαστε αντιδραστικοί κάποιοι. Θέλατε για σκηνοθέτη τον Αγγελόπουλο η τον Βιντιάδη. Λυπάμαι αλλά κάτι τέτοιο δεν γίνεται, καθότι την σκηνοθεσία την ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών. Έλληνιδες και Έλληνες, καλά «πλάνα».

Η ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ

Σάββατο πρωί, και μετά τον καφέ ξεκίνησα για το σούπερ μάρκετ για τα καθιερωμένα ψώνια. Στη διαδρομή σκεφτόμουν τι τιμές θα αντικρύσω πάλι στα ράφια. Θα ήταν οι ίδιες με της δευτέρας, η θα είχαν ανεβεί κι άλλο; Τον τελευταίο καιρό η ακρίβεια δεν περιγράφεται. Αφού όποτε πάω στο σούπερ μάρκετ βλέπω γυναίκες έντρομες να αφήνουν πίσω στο ράφι το προϊόν που ήθελαν να αγοράσουν, λες και η επαφή με αυτό τους έκαψε το χέρι. Ρε που καταντήσαμε. Έφτασα λοιπόν, και πριν βγω από το αυτοκίνητο, πήρα ένα υπογλώσσιο καλού κακού, όχι τίποτα άλλο, αλλά είμαι και σε επικίνδυνη ηλικία. Μόλις μπήκα, κοντοστάθηκα, και έριξα μια ματιά στα ταμεία, και σε τι είχε αγοράσει ο καθένας. Ε ρε περασμένα μεγαλεία, και διηγοντας τα να κλαις. Που είναι οι εποχές που ο καθένας ψώνιζε δυο καρότσια πράγματα, χρήσιμα και άχρηστα. Τώρα, ούτε το καλαθάκι δεν παίρνουν, και αν το παίρνουν δεν το γεμίζουν! Είδα λοιπόν, άλλος να έχει πάρει ένα γάλα, και Κανά δυο άλλα ψιλοπράγματα, άλλος να ψάχνει ακόμα και το πεντάλεπτο…. Είδα και κάτι νούμερα στα καντράν των ταμειακών, που με έκοψε κρύος ιδρώτας. Ευτυχώς είχα πάρει υπογλώσσιο. Αποφάσισα να προχωρήσω επιτέλους, για να πάρω ότι χρειαζόμουν. Μπροστά μου ήταν μια κυρία με ένα καρότσι τεράστιο, το οποίο είχε μέσα ήδη κάμποσα πράγματα. ¨Ορέ (σκέφτηκα) έτσι και γεμίσει τούτη η «νταλίκα», δεν θα της φτάνουν τέσσερα κατοστάρικα για να πληρώσει. Συνέχισα, και ξανασυναντήθηκα με την κυρία αυτή στον επόμενο «διάδρομο», και παραξενεύτηκα με την ταχύτητα που ανέβαινε η στάθμη του καροτσιού! Τι στο καλό, με «φορτωτή» ψωνίζει; Ταυτόχρονα, είδα και ένα «σημάδι φτώχειας» επάνω της, είδα δυο «μονόπετρα» σαν κοτρόνες και τότε κατάλαβα. Φτώχεια καταραμένη και των γονέων. Τέλος πάντων, έκανα τα ψώνια μου, πήγα γρήγορα τα πράγματα στο αυτοκίνητο, και γύρισα πίσω, έτσι από περιέργεια για να δω την «λυπητερή» που θα πλήρωνε η κυρία, και τι ψώνισε. Περίμενα που λέτε και σε λίγο εμφανίστηκε ένα καρότσι που θύμιζε πιο πολύ φορτηγό ανατρεπόμενο με σηκωμένα τα «παραπέτα», ξεχειλισμένο. Από πίσω η κυρία ίσα που φαινόταν. Το σαγόνι μου κόντεψε να χτυπήσει στο πάτωμα. Τόσο απότομα άνοιξε το στόμα μου. Πω πω, η χαρά της ταμειακής ήταν η κυρία αυτή. Αλλά νέα έκπληξη με περίμενε, διότι η κυρία δεν ήταν μόνη. Ένα δεύτερο «καρότσι» το ίδιο γεμάτο ηρθε και παρκάρισε δίπλα στο πρώτο, σπρωγμένο από έναν κύριο που μάλλον ο σύζυγος της θα ήταν, η ο οδηγός του «φωρτοταξι» που θα τα κουβαλούσε όλα αυτά. Και άρχισε το πανηγύρι, δηλαδή άρχισαν να αραδιάζουν τα πράγματα για να τα χτυπήσει η ταμίας. Έχουμε και λέμε. Σερβιέτες (με το συμπάθιο), ζυμαρικά, γάλατα εβαπορέ, διάφορες συσκευασίες από τα ψυγεία (τυροκομικά αλλαντικά, κλπ) καμιά σαρανταριά κουτιά σκυλοτροφές και άλλα τόσα γατοτροφες, σαμπουάν, κορεατικά, αφρόλουτρα, κάτι κρεμες ενυδατικες, μπουκάλια ουίσκι, μπύρες, χαρτικά, κάτι κολόνιες, φρούτα και λαχανικά, απορρυπαντικά, μπισκότα, κατεψυγμένες πίτες, πίτσες, συκωτάκια πουλιών, ψαρικά, και ένα σωρό άλλα σε άγνωστες για μένα συσκευασίες και σε τεράστιες ποσότητες. Φαίνεται θα ψώνιζαν για κανένα ίδρυμα, γιατί ακόμα και πολύτεκνοι να ήταν, όλα αυτά έφταναν για ένα τάγμα. Όπως έμαθα όμως, αυτά ήταν τα ψώνια τα δικά τους ! Η φουκαριάρα η ταμίας χτυπούσε και χτυπούσε, και τελειωμό δεν είχε. Και έφτασε η «μαγική» στιγμή. Η ώρα της «σούμας». Εγώ πήρα ακόμα ένα υπογλώσσιο μήπως και μου έρθει κανένα εγκεφαλικό άσχετα με το αν δεν πλήρωνα. Και το ποσόν είναι….. Η μηχανή τα είχε παίξει παρόλο που ήταν τελευταίας τεχνολογίας. Αφού κόντεψε να μείνει από χαρτί. 589,63. Τζάμπα πράμα ρε παιδιά. Και ενώ περίμενα να έβγαζε η κυρία η ο κύριος κάποια πιστωτική κάρτα, η κυρία άνοιξε ένα τσαντάκι και έβγαλε ένα πακέτο διακοσάευρα και πλήρωσε. Όλοι είχαμε κολλήσει στο θέαμα αυτό. Αυτό ήταν. Κόσμος, και κοσμάκης. Υπάρχουν εκείνοι που βγαίνουν για ψώνια έχοντας μαζί τους κανένα τριχίλιαρο, και υπάρχουν και οι άλλοι, που μετρούν ακόμα και τα πολύ ψιλά, για να βγάλουν την εβδομάδα. Ελλάδα 2007.

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

Όταν έκαναν το θεσμό της δημοτικής αστυνομίας οι μεγάλοι φωστήρες της πολιτικής, φαίνεται ότι δεν υπολόγισαν κάποιες λεπτομέρειες σχετικές με την νομοθεσία, τις αρμοδιότητες, και το προσωπικό που θα στελέχωνε την όποια δημοτική αστυνομία Φαίνεται ότι και η δημοτική αστυνομία έγινε για τα ρουσφέτια των δημάρχων. Έχουμε λοιπόν δήμους σε όλη τη χώρα που έχουν τη δική τους αστυνομία η οποία σαν σκοπό της έχει την διευκόλυνση των δημοτών, αλλά και να ξαλαφρώσει την άλλη, την κρατική από κάποιες αρμοδιότητες οι οποίες την απασχολούν και χάνει πολύτιμο χρόνο από την γενική αστυνόμευση. Αρμοδιότητες όπως το παρκάρισμα, η ρύπανση των πόλεων, κλπ. Και δουλεύουν οι δημοτικοί αστυνομικοί, αλλά κάνουν σωστά τη δουλειά τους; Ξέρουν ποια είναι τα καθήκοντα τους και πως πρέπει να τα ασκήσουν αυτά; Έχουν λάβει την ανάλογη εκπαίδευση – ενημέρωση; Η συμπεριφορά τους είναι σωστή απέναντι στου πολίτες; Αυτά, και άλλα ερωτηματικά απασχολούν πολύ κόσμο γιατί δυστυχώς όπως αποδεικνύεται καθημερινά, σε πολλές πόλεις η δημοτική αστυνομία δεν λειτουργεί σωστά βάσει καταγγελιών από πολίτες. Παρατηρήθηκε το φαινόμενο των «σερίφηδων», της απαράδεκτης όλο τσαμπουκά συμπεριφοράς, και του παραλογισμού. Είναι φαινόμενα που εξοργίζουν τους πολίτες, και δεν γίνεται κάποια κίνηση για να εκλείψουν Ένα παράδειγμα όλων αυτών, και άλλων πολλών, είναι και το περιστατικό της περασμένης εβδομάδας την Θεσσαλονίκη, με πρωταγωνιστές δημοτικούς αστυνομικούς, και κατοίκους μιας γειτονιάς. Μπήκε η δημοτική αστυνομία στην οδό Ιασωνιδου, και άρχισε να γραφεί και να ξηλώνει πινακίδες όχι μόνο από τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, αλλά και από εκείνα που ήταν κανονικά παρκαρισμένα. Όλα τα αυτοκίνητα ήταν κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι μη βρίσκοντας παρκινγκ για να παρκάρουν σωστά, στάθμευσαν τα αυτοκίνητα τους όπως βόλευε, και πήγαν σπίτια τους. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας, ήταν να μαζευτούν οι κάτοικοι της περιοχής, και να αρχίσουν οι διαπληκτισμοί και οι φασαρίες, γιατί κανείς δεν ήθελε να μείνει χωρίς πινακίδα το αυτοκίνητο του, και να μη μπορεί να πάει στη δουλειά του. Τα επεισόδια κράτησαν αρκετή ώρα, και στο τέλος αναγκάστηκε ο υπεύθυνος της δημοτικής αστυνομίας (ο οποίος είναι απόστρατος αξιωματικός της αστυνομίας) να επιστρέψει τις πινακίδες, και να σβήσει τις κλήσεις. Αυτό ήταν ένα «δείγμα» του παραλογισμού που επικρατεί όχι μόνο στην γείτονα πόλη, αλλά και σε πολλές άλλες. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τότε που ξεκίνησε η δράση της δημοτικής αστυνομίας στην Θεσσαλονίκη και ειδικά στο κέντρο της πόλης, άχησαν να έχουν «απώλειες» οι επιχειρήσεις, γιατί ποιος θα τολμήσει να παρκάρει για να ψωνίσει ρισκάροντας να μείνει χωρίς πινακίδες; Δεν λέω, καλό είναι να μπει μια τάξη επιτέλους, και αυτό ισχύει για όλους τους δήμους, αλλά πριν αρχίσουν να γραφούν για παράνομο παρκάρισμα, ας κοιτάξουν πρώτα να κάνουν παρκινγκ. Που θα βάλει ο κόσμος τα αυτοκίνητα του; Όταν οι ίδιοι οι δήμοι δεν φροντίζουν να δημιουργήσουν τις κατάλληλες υποδομές, όπως καταλαβαίνετε δημιουργούνται ένα σωρό προβλήματα. Και να επιστρέψω στο «προσωπικό» της δημοτικής αστυνομίας. Με ποια κριτήρια προσλαμβάνονται σε αυτές τις θέσεις; Μήπως με τα γνωστά του «αφισοκολλητή»; Λέει κάποιος στα παιδιά αυτά ότι άλλο δημοτική, και άλλο κανονική αστυνομία; Τους λέει ότι πρέπει να είναι ευγενικοί με τους πολίτες, και όχι προκλητικοί και ότι δεν πρέπει να το παίζουν «εξουσία» (ειδικά αυτό ισχύει και για πολλούς κανονικούς αστυνομικούς αλλά για αυτούς θα τα πούμε άλλη φορά); Τους είπε κανείς ότι δεν πρέπει να παραβιάζουν τον ΚΟΚ όταν οδηγούν τα αυτοκίνητα του δήμου; Πολλά τα ερωτηματικά, και είμαι πολύ περίεργος να δω ποιος, και πως θα τα απαντήσει.

ΑΚΡΑΙΑ ΚΑΙΡΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ

Αλήθεια, τι είναι αυτό; Τι εννοούν όταν μιλούν για «Ακραία Καιρικά Φαινόμενα» και βγάζουν ειδικά δελτία; Πολλοί θα μου πουν ότι ως ακραία καιρικά χαρακτηρίζονται οι καταιγίδες, οι θαλασσοταραχές, οι έντονες χιονοπτώσεις, όλα αυτά δηλαδή που θέτουν σε επιφυλακή τον κρατικό μηχανισμό. Αναρωτιέμαι, αν παλιά δεν συνεβαίνανε όλα αυτά τα φαινόμενα. Απ’ όσα θυμάμαι όμως, και παλιά είχαμε μπορες και καταιγίδες, ανεμοθύελλες, χιόνια, παγετό, αλλά δεν συνεβαινε αυτό που συμβαίνει σήμερα, ο «πανικός» που επικρατεί και η όποια κινητοποίηση. Θα πουν πολλοί, ότι παλιά ήταν διαφορετικά. Σίγουρα ήταν, αλλά και αυτά τα φυσικά φαινόμενα ήταν τα ίδια, μόνο που δεν προξενούσαν τόσα προβλήματα και καταστροφές, γιατί ακόμα τότε δεν είχε βάλει η «πρόοδος» το χεράκι της. Και ξέρετε κάτι; Όποτε ακούω τον όρο αυτό, σκέφτομαι ότι είναι το καλύτερο «άλλοθι» για την όποια ανοργανωσιά και έλλειψη υποδομών σήμερα. Εκτός του ότι το «ακραίο» τρομοκρατεί τον κόσμο, γλυτώνει από πολλούς μπελάδες τους αρμόδιους «σχεδιαστές» σε περίπτωση καταστροφών. Τι μας φταίει η έντονη βροχόπτωση αν πλημμυρίζουν ένα σωρό περιοχές, αφού σε ΚΑΜΙΑ από αυτές δεν έχουν γίνει τα αντιπλημμυρικά έργα που πρέπει, και όπως πρέπει; Γιατί να παραπονιούνται εκείνοι που πλημμύρισαν τα σπίτια τους, όταν τα έχουν χτίσει μέσα σε ρέματα; Τι μας φταίει η βροχή που κατεβάζει ολόκληρα βουνά λάσπης μέσα σε κατοικημένες περιοχές, όταν έχουμε κάψει τα φυσικά «φράγματα», τα δάση; Τι μας φταίει η έντονη χιονόπτωση για το ότι κλείνουν και παγώνουν οι δρόμοι, όταν το ίδιο το κράτος δεν λαμβάνει σωστά τα μέτρα που πρέπει για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση; Τι μας φταίει η φουρτούνα όταν δεν μας κόβει και βγαίνουμε στα ανοιχτά με μπουρίνι, η όταν τα κύματα καταστρέφουν λιμενικές εγκαταστάσεις οι οποίες έγιναν πρόχειρα; Τα τελευταία χρόνια, ακούμε πολύ συχνά για ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά δεν κοιτάμε ότι ενώ συμβαίνουν με τα όποια αποτελέσματα, δεν κάνουμε κάτι για να τα αντιμετωπίσουμε, για να τα προλάβουμε. Και βλέπουμε με μια μπορα πόλεις να μετατρέπονται σε λίμνες. Ποιος φταίει; Η μπορα ρε παιδιά. Δεν φταίει ο δήμος που δεν καθάρισε τα φρεάτια όμβριων, ούτε εμείς που πετάμε τα χαρτιά πάνω στις σχάρες των φρεατίων και τις βουλώνουμε. Η μπορα φταίει, αυτό το ακραίο καιρικό. Βλέπουμε δρόμους να κλείνουν από χιόνι και πάγο. Ποιος φταίει; Μα το ακραίο καιρικό, το χιόνι. Δεν φταίει ο δήμος, η Νομαρχία, η το όποιο «συντονιστικό» που δεν έβγαλαν εγκαίρως αλατιέρες στους δρόμους. Δεν φταίει κανείς απ’ αυτούς αν δεν υπάρχουν εκχιονιστικά γιατί δεν χιονίζει συχνά, με αποτέλεσμα όταν χιονίσει να γίνει μπάχαλο (θυμηθείτε τι έγινε προπερσι στον νομό). Δεν φταίνε οι οδηγοί που χωρίς αλυσίδες πάνε να περάσουν από το χιόνι και τον πάγο, κλείνοντας έτσι το δρόμο στα εκχιονιστικά. Κανείς από όλους αυτούς δεν φταίει. Μόνο τα «Ακραία Καιρικά Φαινόμενα» φταίνε. Ωραίο άλλοθι, πολύ βολικό, και φοριέται πολύ τα τελευταία χρόνια. Και αφού εισπράξουμε τα αποτελέσματα των «ακραίων» φαινόμενων τα οποία δεν είναι και τα καλύτερα τις περισσότερες φορές γιατί είμαστε του «θεραπεύειν» και όχι του «προλαμβάνειν» βγαίνουν οι «ειδικοί» να κάνουν δηλώσεις και σχόλια του τύπου «Οι υπηρεσίες μας κινητοποιήθηκαν άμεσα και αντιμετώπισαν τα προβλήματα που προέκυψαν». Αποφεύγουν βέβαια να πουν ότι ΚΑΝΕΝΑ πρόβλημα δεν θα προέκυπτε αν εργαζόταν σωστά στην πρόληψη, και όχι μόνο στην αντιμετώπιση η οποία τις πιο πολλές φορές γίνεται και λάθος γιατί είπαμε…. Τα φαινόμενα ήταν …. «ακραία».

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2007

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΝΟΙΞΕ!





Είναι και δεν είναι «επιστημονικό», είναι και δεν είναι ενημερωτικό, είναι, και δεν είναι εμπορικό….
Σίγουρα όμως είναι ΤΟ ραδιόφωνο που θα κάνει τη διαφορά στην Θεσσαλονίκη, και όχι μόνο.
Ξεκίνησε το πρόγραμμα του την περασμένη Δευτέρα, και ξάφνιασε ευχάριστα τους πάντες, αλλά και έκανε κάποιους λίγους να δαγκαθούν!
Το όνομα αυτού;
IMAGINE και εκπέμπει στους 89.7 των FM.
Δεν είναι όμως μόνο η ραδιοφωνική μπάντα στην οποία θα το βρείτε, είναι και το διαδίκτυο στην διεύθυνση http://www.imagine897.gr/.
Οι υπεύθυνοι αυτής της «ραδιογέννεσης», είναι οι κκ ΓΙΑΝΝΗΣ (όμορφος) ΣΕΡΒΕΤΑΣ, και ΑΝΤΩΝΗΣ (βοήθεια μας) ΚΑΝΑΚΗΣ.
Στα μικρόφωνα είναι η εξής «συμμορία».
ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΕΛΙΟΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΡΕΝΤΣΗΣ, ΣΤΑΘΗΣ (σκύλος) ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΡΑΦΑΕΛΛΑ ΡΑΛΛΗ, ΧΡΗΣΤΟΣ (Q) ΚΙΟΥΣΗΣ, ΕΥΓΕΝΙΑ ΣΑΜΑΡΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΟΣΜΑ, ΤΑΣΟΣ ΜΗΤΑΚΙΔΗΣ.
Όπως βλέπετε, οι συνήθεις καταζητούμενοι των ερτζιανών έσμιξαν σε ένα νέο ραδιόφωνο, προκειμένου να κάνουν προετοιμασία για το GRANT HOTEL DIAVATON.
Με το που βγήκαν στον αέρα, κέρδισαν το ακροατήριο το οποίο έσπευσε αφ ενός να τους ευχηθεί τηλεφωνικά, και αφ ετέρου να καταναλώσει ποσότητα υπογλωσσίων προκειμένου να συνέλθει από το ισχυρό σοκ.
Το πρόγραμμα του ανεκδιήγητου αυτού σταθμού, έχει ως εξής.
ΔΕΥΤΕΡΑ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
07:00 - 10:00 Βασίλης Σωτηρίου & Ραφαέλλα Ράλλη
10:00 - 13:00 Γιάννης Σερβετάς - μαζί του ο Βασίλης Δέλιος
13:00 - 15:00 Στάθης ¨Σκύλος¨ Παναγιωτόπουλος
15:00 - 17:00 Αντώνης Κανάκης - μαζί του ο Χρήστος Q Κιούσης
17:00 - 19:00 Χρήστος Μητρέντσης
19:00 - 21:00 Ευγενία Σαμαρά & Αλεξάνδρα Κοσμά
21:00 - 23:00 Τάσος Μητακίδης
23:00 - 01:00 Αντώνης Κανάκης ( Δευτέρα &Τρίτη )
01:00 - 07:00 Μουσική επιλεγμένη από τον Αντώνη Κανάκη

ΣΑΒΒΑΤΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ
Ο imagine 89.7 το Σαββατοκύριακο παίζει ασταμάτητα μουσική ...
Saturday Night Fever : Ο d.j. Γιώργος Τσιλιπάκος κάθε Σάββατο 23:00 - 01:00 επιλέγει την καλύτερη χορευτική μουσική
Ένα ραδιόφωνο τελικά, για να το «κολλήσετε» και να το ακούτε συνέχεια (αν αντέξετε).
Καλή ακρόαση!

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2007

ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ

Ο Θανάσης Σκορδαλός γεννήθηκε στο Σπήλι το 1920. Ήταν η Θεία Φώτιση αυτή, που από μικρό παιδί τον έφερε στην εκκλησία, να βοηθάει τον παπά και σε ηλικία μόλις επτά χρονών, βρίσκουμε το μικρό Θανάση στο ψαλτήρι. Μέσα σε πέντε χρόνια, είχε μάθει όλη την οκταηχία, χωρίς καν ακόμα να ξέρει μουσική.
Θέτω στη διάθεσή σας, τη συνέντευξη του Θανάση Σκορδαλού στο δημοσιογράφο Ντίνο Κωσταντόπουλο, το 1992. «Σαν παιδί, συνάμα με τα εκκλησιαστικά, μου άρεσε πάρα πολύ η λύρα και το λαούτο. Εκείνα τα χρόνια εγώ δεν ήταν τόσο πολύ διαδεδομένο το λαούτο, όσο το μαντολίνο και το όργανο που έπαιζε ο Φουσταλιέρης στο Ρέθυμνο, η μαντόλα. Τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια εγώ σαν παιδί είχα βοήθεια από το μαντολίνο πρώτα. Σαν παιδί λοιπόν, εκρατούσα δύο ξύλα. Το ένα το έβαζα στο αριστερό μου πόδι, σα λύρα και το άλλο στο χέρι σα δοξάρι και τραγουδούσα! Ήταν ένα δείγμα, ότι έπρεπε να πιάσω λύρα στα χέρια μου, όπως έλεγαν διάφοροι στο χωριο.
Σε ηλικία 9 ετών, αγόρασα μια λύρα. 18 δραχμές. Και ευγνωμονούσα τον άνθρωπο που μου έδωσε τη λύρα. Του έκαμα πολλές ευχαριστίες. Άρχισα λοιπόν, χωρίς να μου δείξει κανένας, να παίζω κομμάτια απ’ αυτά που άκουγα σαν παιδί. Σιγά-σιγά, αναπτύχθηκε το ταλέντο. Σε ηλικία 11 ετών., ήρθε ο Αντρέας Ροδινός στο χωριό μου. Είχε συμπάθεια στο Σπήλι και γι’ αυτό ερχότανε εύκολα, κάθε φορά που τον φωνάζανε. Όταν τον προωτοάκουσα, ενώ είχαμε κι άλλους οργανοπαίχτες στο χωριό μου, μου ‘κανε τρομερή εντύπωση. Όταν τον άκουγα, η ραχοκοκαλιά μου έσταζε νερό. Δημιουργούσα σκέψεις μέσα μου, αν μπορούσα μια μέρα των ημερών να κατορθώσω να παίξω κι εγώ λύρα στο ήμισυ αυτού του ανθρώπου, που λέγεται Ανδρέας Ροδινός.
Ένα βράδυ, του Αγίου Στυλιανού αξέχαστα, ξανάρθε ο Ροδινός στο χωριό. Τον είχε καλέσει στη γιορτή του ένας δικηγόρος, ο Στυλιανός Καλογρίδης. Οι Σπηλιανοί, χωρίς να ξέρω εγώ τίποτα, είπαν στον Αντρέα, όταν του ταιριάσει και είναι καλά, “Φώναξε στο Σκορδαλάκι, να παίξει λίγη λύρα, να μας πεις και τη γνώμη σου.” Πράγματι έγινε αυτό!
Εγώ ήμουν στο τελευταίο σκαλί σε μία σκάλα και έβαλα το χέρι μου για να σηκώσω την μπουκαπόρτα που λέμε, να φύγω. Μ’ έπιασε τρεμούλα, αλλά ο Θεός ξέρει τι είχανε βάλει από πάνω και δεν άνοιγε η πόρτα! Έτσι, υποχρεωτικώς με το χειροκρότημα, ο Θεός ξέρει πώς, εκατέβηκα τη σκάλα. Πήγα κοντά στον Μπαξεβάνη που έπαιζε με τον Ροδινό. Σηκώθηκε ο Αντρέας επάνω, μου έδωσε τη λύρα και μου είπε: “Θανάση, θέλω να με ξεκουράσεις λίγο, γιατί κουράστηκα.”
Η σκέψη του βέβαια ήταν άλλη. Εν πάση περιπτώσει, έπιασα τη λύρα. Ο Μπαξεβάνης άρχισε τον πρώτο χανιώτικο συρτό, για να τον ακολουθήσω εγώ! Τον ακολούθησα παρά το τρακ που είχα. Ο Αντρέας δεν ήταν κοντά μου. Επήγε πίσω από την πόρτα για να μην τον βλέπω και παθαίνω μεγαλύτερο τρακ. Με άκουσε που έπαιξα κάμποσα γυρίσματα, δεν άντεξε, ήρθε, μου πιάνει το δεξί χέρι, με αγκαλιάζει, με φιλεί και λέει: “ΣΠΗΛΙΑΝΟΙ, ΑΥΤΟΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΜΟΥ!” Σα να ήξερε ο καημένος, ότι στα 23 του χρόνια θα φύγει. Τα χρόνια περνούσαν σιγά-σιγά. Οι Σπηλιανοί αντιλήφθηκαν το ταλέντο μου, με αγκάλιασαν και με βοήθησαν πάρα πολύ. Ο πατέρας μου ήταν πολύ μερακλής άνθρωπος. Ήταν καλός μαντιναδολόγος και καλός χορευτής και το είχε καμάρι. Με βοήθησε πολύ η ψαλτική. Οι ήχοι της εκκλησίας που εγώ αγάπησα, έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην καλλιτεχνική μου καριέρα. Θα σας πω ένα περιστατικό με τον μουσικολόγο Περιστέρη.
Μου είπε κάποτε:- Ποιο ωδείο έχεις βγάλε Σκορδαλέ;- Του Σπηλίου. Του είπα.- Ποιο είναι αυτό; Με ρώτησε.- Το χωριό μου.- Μα έχει το χωριό σου ωδείο;- Δεν έχει ωδείο, αλλά έχει τη φύση.- Εδώ όμως κάτι συμβαίνει, μου λέει. Μήπως έχεις κανένα συγγενή ψάλτη;- Εγώ ο ίδιος ψάλω, του λέω.- Αυτό είναι, το βρήκα! Μου λέει. Έχεις κ. Σκορδαλέ τοποθετήσεις στο παίξιμό σου, της βυζαντινής μουσικής και μου κάνει μεγάλη εντύπωση, όταν μου λες ότι δεν έχεις ιδέα από μουσική.- Δεν έχω κ. Περιστέρη, του λέω. Ούτε κατά διάνοια δεν ξέρω τι θα που οι νότες κτλ.Του φάνηκε περίεργο και μου λέει:- Τότε είναι ένα σωστό ταλέντο που σου έδωσε η φύση και ο Θεός πρώτα!»[Από τη συνέντευξη-αφήγηση στον Ντίνο Κωνσταντόπουλο 1992] Όλη η δημιουργική ίσως παρουσία του Σκορδαλού, φαίνεται περιληπτικά στην παρακάτω μαντινάδα:«Εννιά χρονώ σαν ήμουνα πρωτόπιασα τη λύραμε πίστη την αγάπησα κι απόφαση το πήρα.Λύρα να μάθω ήθελα, την Κρήτη να γλεντίζωκαι σαν τηνε πρωτόπιασα, άρχισα να ελπίζω».Σύμφωνα με στοιχεία από το Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι, ο Θανάσης Σκορδαλός στη δισκογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1946, με το περίφημο «Σπηλιανό Συρτό» και με συνεργάτη του το μεγάλο λαουτιέρη Γιάννη Μαρκογιαννάκη (Μαρκογιάννη).
Ο Μαρκογιάννης συνόδευε τον Σκορδαλό από το 1938, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’60. Κατά την περίοδο 1947-54, ο Σκορδαλός συνεργάστηκε με τον μεγάλο Μπαξεβάνη στην ηχογράφηση τριών δίσκων 78 στροφών, που περιείχαν σπουδαία τραγούδια, όπως το «Ξεροστεριανό νερό», και «Στων αματιών σου τη φωτιά». Ο Σκορδαλός συνεργάστηκε με το Νίκο Μανιαδάκη (Μανιά), και με τους λαγουτιέρηδες Γιώργο Μετζάκη, Σταμάτη Μαυροδημητράκη, Πέτρο Καρμπαδάνη και άλλους.
Το 1947, άκουσε στον Σκορδαλό ο τότε πρόεδρος του κόμματος των Φιλελευθέρων Σοφοκλής Βενιζέλος και ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που τον διόρισε υπάλληλο στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Τραπέζης της Ελλάδος. Ο Σκορδαλός υπηρέτησε για 60 (!) χρόνια την κρητική μουσική. Πραγματοποίησε δεκάδες εμφανίσεις στους Κρήτες της διασποράς σε Αμερική, Αυστραλία, Γερμανία, Καναδά και Αφρική. Ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος είπε για τον Σκορδαλό! «Ήμουνα 11 χρονώ το 1952, όταν πρωτοάκουσα το Θανάση Σκορδαλό και νόμιζα ότι ένας αρχάγγελος κατέβηκε στην Κρήτη και τραγουδούσε με τη λύρα του για να χορέψουν οι έφηβοι και τα ωραία κορίτσια της Μεγαλονήσου. Πέρασε η 10ετία του 1950 ταραγμένη ως μεταπολεμική και πάνω στις αρχές του ’60, ο Θανάσης Σκορδαλός και ο Κώστας Μουντάκης, άνοιξαν τις πόρτες της αγαλλίασης, της υπέρμετρης συγκίνησης, της ευφωνίας και της ξέφρενης ρυθμικής ανάτασης, με τα μελωδήματα, τους σκοπούς και τα ριζίτικα, τις μαντινάδες, τους χορούς και τα γυρίσματα που μαγεύουν μέχρι σήμερα ντόπιους και ξένους… Ο Σκορδαλός πλούτισε την κριτική παραδοσιακή μας μουσική, με σπάνια δώρα που θα κρατάνε χρόνια πολλά.»
Ο Θανάσης Σκορδαλός, ο άνθρωπος που πρόσφερε τόσα πολλά στην κρητική μουσική και τιμήθηκε από πάρα πολλούς πολιτιστικούς και λαογραφικούς φορείς ελληνικούς και ξένους, έφυγε από τη ζωή στις 23 Απριλίου 1998. Ο Χ. Παπαδάκης, για το θάνατο του Σκορδαλού, έγραψε την παρακάτω μαντινάδα:

«Στο θάνατό σου βρόντηξε και σείστηκε η Κρήτη

Δάκρυα τα χιόνια γίνανε του γέρο Ψηλορείτη.»

ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΟΔΙΝΟΣ

Ο Αντρέας Ροδινός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1912. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στο Ρέθυμνο. Λύρα άρχισε να μαθαίνει στα 13 του, από τους Νικήστρατος και Πισκόπη. Στα δεκάξι του, δημιούργησε για πρώτη φορά το δικό του συγκρότημα, έχοντας μαζί του, τον περίφημο λαουτιέρη Σταύρο Ψύλλο. Ο Ροδινός λάτρευε τη λύρα και έπαιζε σε πανηγύρια, αλλά και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις χωρίς να παίρνει χρήματα.
Στα δεκαοκτώ ήταν ένας εκπληκτικός λυράρης! Το καλοκαίρι του 1928, είχε πάει στην Κρήτη, από την Αμερική, ο ξακουστός λυράρης εκείνης της εποχής Χαρίλαος Πιπεράκης, με σκοπό να ακούσει το Ροδινό, ο οποίος αποθεώθηκε από το ρεθυμνιώτικο κοινό κατά την πρώτη του δημόσια εμφάνιση μαζί με τον Πιπεράκη στην προκυμαία του Ρεθύμνου.
Αμέσως μετά, ο Ροδινός, αφού αρνήθηκε την πρόταση του Πιπεράκη να δουλέψει στην Αμερική και εντελώς ελεύθερος από υποχρεώσεις (είχε τελειώσει το γυμνάσιο) ασχολήθηκε με πάθος με τη μουσική της πατρίδας του, έχοντας πλέον τακτικό συνεργάτη του, τον λαουτιέρη με τη χρυσή φωνή, Γιάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη.
Στα εικοσιένα του χρόνια, ενώ κατατάχτηκε στο στρατό, μια πλευρίτιδα τον έκλεισε για έξι μήνες στο νοσοκομείο. Στη διάρκεια μιας μικρής καλυτέρευσης που παρουσίασε, ύστερα από επιμονή των φίλων του Λευτέρη Γαγάνη και Γιάννη Μπαξεβάνη, πείστηκε και ηχογράφησε δύο δίσκους, με συνοδεία στο λαούτο το Γιάννη (Μπαξεβάνη) Μπερνιδάκη. Τα οργανικά αυτά, από δίσκους 78 στροφών, που διασώθηκαν (μέχρι και τώρα, που κάνουμε αυτό το αφιέρωμα) χάρη στο ενδιαφέρον του αδελφού του Μπαξεβάνη και που περιλαμβάνονται σε άλμπουμ που κυκλοφορεί από το Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι, είναι ο «Ρεθυμνιώτικος συρτός», ο «Αποκορωνιώτικος συρτός», ο «Κισσαμνιώτικος συρτός» και τα «Ρεθυμνιώτικα πεντοζάλια», τραγούδια ορόσημο στην κρητική μουσική.
Στη συνέχεια, ο Αντρέας Ροδινός αποσύρθηκε για ένα διάστημα λόγω υγείας στο οροπέδιο Νίππους και δέκα μέρες μετά την επιστροφή του στο Ρέθυμνο πέθανε 9 Φεβρουαρίου 1934, μόλις είκοσι δύο χρονών, έχοντας τις τελευταίες του στιγμές αγκαλιά του, τη θήκη με τις δύο λύρες του.
Το πόσο αγαπητός ήταν ο Ροδινός, τόσο στους Ρεθυμνιώτες, όσο και σ’ ολόκληρη την Κρήτη, φαίνεται από το γεγονός ότι τη μέρα της κηδείας του, έκλεισαν όλοι τα μαγαζιά τους και ακολούθησαν τη νεκρώσιμη πομπή. Ο θάνατός του άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο χώρο της κρητικής μουσικής, της οποίας υπήρξε μεγάλος εκτελεστής, δημιουργό και πρωτομάστορας της Σχολής Ροδινού, που την ακλούθησαν μ’ ευλάβεια και σεβασμό οι νεώτεροι κρητικοί καλλιτέχνες.

«Ξύπνα Αντρέα Ροδινέ παίξε γλυκά τη λύρα

ν' αναστηθούνε οι νεκροί που ‘ναι βαθειά στο μνήμα!»

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ

Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε στην Αλφά Μυλοποτάμου του Νομού Ρεθύμνης το 1926, ενώ η καταγωγή των δικών του είναι από τον Καλλικράτη Σφακίων. Από μικρό παιδί άρχισε να τον «τραβάει» η λύρα, που όπως αναφέρει ο Στέλιος Αεράκης, είναι το κυρίαρχο όργανο, όχι μόνο στο χωριό του, αλλά και στο ίδιο του το σπίτι μέσα. Λύρα έπαιζαν ο μεγάλος του αδελφός Νικήστρατος και ο συγχωριανός του Μήτσος Καφάτος, που υπήρξε δάσκαλός του και ήταν ένας από τους καλύτερους δεξιοτέχνες της περιοχής του Ρεθύμνου την εποχή εκείνη.
Στην κατοχή, ο δεκαπεντάχρονος πια Κώστας Μουντάκης, παίζει λύρα και τραγουδά στο καφενείο του χωριού και λίγο αργότερα, μπόρεσε μόνος του να βγάλει ένα ολόκληρο γάμο και χρίστηκε πλέον επίσημα λυράρης. Τον Κώστα Μουντάκη, τον συναντάμε κατά την στρατιωτική του θητεία στην Αθήνα, το 1949, όπου και γνωρίζεται με τον Κίμωνα Καρρά στο τότε Ε.Ι.Ρ. και ξεκινάει μια συνεργασία, παίζοντας πολύ συχνά λύρα στο ραδιόφωνο, προβάλλοντας την κρητική μουσική. Παράλληλα με το ραδιόφωνο, κάνει στέκι του την κρητική ταβέρνα τα «Χανιά», όπου παίζει τα σαββατοκύριακα. Στην ταβέρνα αυτή, έμεινε δέκα οκτώ χρόνια σχεδόν, με συνεργάτες του το Νίκο Μανιά και αργότερα το Γιάννη Ξυλούρη και το Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη.
Το ίδιο διάστημα, είμαστε τώρα στο 1952, και με το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, πιάνει δουλειά στο εργοστάσιο λιπασμάτων της Δραπετσώνας, όπου μένει μέχρι το 1967. Για πρώτη φορά τον συναντάμε στη δισκογραφία το 1952, που συνοδεύει στη λύρα το Στέλιο Κουτουρέλη, ενώ το 1954, πρωτοτραγουδάει σε δίσκο.
Η φήμη του Κώστα Μουντάκη δεν άργησε να εξαπλωθεί σε όλον τον κόσμο! Πραγματοποίησε πολυάριθμα ταξίδια σε Αμερική, Γερμανία, Καναδά, Αυστραλία, Ν. Αφρική κτλ. πηγαίνοντας στους μετανάστες τα μηνύματα της κρητικής μουσικής παράδοσης. Το 1976, μετά από κάλεσμα της Ελένης Καραΐνδρου, συμπράττει σε μαθήματα εκμάθησης παραδοσιακών οργάνων, μαζί με άλλους οργανοπαίκτες, ενώ το 1979, με τη συμπαράσταση του γιού του Μάνου και διάφορων πολιτιστικών φορέων του νησιού, ιδρύει την πρώτη σχολή λύρας στο Ωδείο του «Ηρακλείου Απόλλων» για να ακολουθήσουν το Ρέθυμνο, τα Χανιά, ο Άγιος Νικόλαος και η Αθήνα, στο «Ελληνικό Ωδείο».
Το έργο του Κώστα Μουντάκη είναι σημαντικό και αξεπέραστο. Βοήθησε όσο κανένας άλλος στη διάσωση και τη σωστή εκμάθηση της λύρας και η γενικότερη προσφορά του στη μουσική παράδοση της Κρήτης είναι ανεκτίμητη. Ο Κώστας Μουντάκης πέθανε τον Ιανουάριο του 1991. Ένα χρόνο αργότερα το 1992 στο πρώτο Φεστιβάλ Κρητικής Μουσικής που έγινε στην Αθήνα και ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του, ο εθνομουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας είπε για το μεγάλο κρητικό: «Ο θάνατος του Κώστα Μουντάκη το Γενάρη του 1991, δε σηματοδοτεί παρά μόνο την απουσία του μεγάλου δεξιοτέχνη και δασκάλου, που εξακολουθεί να εμπνέει και να διδάσκει μέσα από τις ηχογραφήσεις και την υποδομή που δημιούργησε. Έργα ζωής, όπως το δικό του, δεν μπορεί να σταματήσει ο θάνατος!»

ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ (ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΗΣ)

Ο Φουσταλιέρης γεννήθηκε το 1911 στο Ρέθυμνο. Από τα 11 του χρόνια, άρχισε να μαθαίνει την τέχνη του ρολογά, κάτι που ήταν το δεύτερο μεγάλο πάθος του μετά το «μπουλγαρί». Σε ηλικία δεκατριών χρόνων αγοράζει με τον πρώτο του μισθό το πρώτο του μπουλγαρί, ένα μικρό σε όγκο, μεταχειρισμένο, ξεχασμένο από κάποιον πελάτη σε μια ταβέρνα.
Το όργανο αυτό ασκούσε στο μικρό Φουσταλιέρη μια ιδιαίτερη επιρροή. Ο αδερφός της μητέρας του έπαιζε αυτό το όργανο, αλλά όπως είχε πει και ο ίδιος, εκείνη την εποχή το μπουλγαρί είχε «γεμίσει» το Ρέθυμνο. «Τότε βοηθοί της λύρας (όργανα συνοδείας) ήταν κυρίως το μπουλγαρί και το μαντολίνο. Το λαούτο, ο Φουσταλιέρης το θυμάται στο Ρέθυμνο μετά το 1930.
Να τι λέει ο ίδιος: «Όσο μεγάλωνα, τόσο έμπαινα στον νταλγκά του οργάνου!» Έχοντας μάθει αρκετά κοντά στο θείο του, τον Καρεκλά για το μπουλγαρί, άρχισε να πηγαίνει μαζί του σε γάμους και άλλα γλέντια και να τον συνοδεύει σαν «πασαδόρος». «Στα χωριά ζητούσαν τότε χωραΐτικα όργανα από το Ρέθυμνο δηλαδή. Όμως οι γάμοι ήτανε σκληροί, ζόρικοι. Με τα δάχτυλα μετρούσα το πότε είχα κοιμηθεί στο σπίτι μου. Το γαμήλιο γλέντι κρατούσε 5-6 νύχτες. Στα Σφακιά έφτανε και τις 15! Έπαιζα και μ’ έπαιρνε ο ύπνος επάνω στο όργανο.»
Έτσι, με τα πρώτα ακούσματα από τις ταβέρνες του Ρεθύμνου και τη συνεργασία του με τον Καρεκλά, ο Φουσταλιέρης αρχίζει να παίζει απ’ όλους τους κρητικούς ρυθμούς, ακόμα και ρεμπέτικα! Παρόλο που ο Φουσταλιέρης δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός (και κρατούσε την τέχνη του ρολογά) ήταν δεξιοτέχνης και δεν άργησε να δημιουργήσει τη δική του σχολή. Ταυτόχρονα, ανέδειξε το μπουλγαρί, από συνοδευτικό όργανο της λύρας και σε σολιστικό, πετυχαίνοντας την καθιέρωσή του στο χώρο της δισκογραφίας των 78 στροφών.
Συνεργάστηκε δισκογραφικά με πολλούς μεγάλους μουσικούς της εποχής. Παράλληλα, στις Ρεθυμνιώτικες συντροφιές έπαιζε συχνά με μικρασιάτες μουσικούς, οι οποίοι είχαν βρεθεί στην Κρήτη μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής προσωπικότητας του Φουσταλιέρη έπαιξε η παραμονή του στον Πειραιά (1933-1937).
Στον Πειραιά, η κρητική παραδοσιακή μουσική, συναντά το ρεύμα του Παγιουμτζή, τον Κερομύτη, τον Μπαγιαντέρα κι άλλους. Με τον Μπάτη μάλιστα, ήταν και παλιοί γνώριμοι και σύχναζε και στην παράγκα του (χοροδιδακαλείον), στου Καραϊσκάκη. Εκεί, ήταν κρεμασμένα στη σειρά τα μπουζούκια, έχοντας το καθένα το όνομά του! Η «Μαριγούλα», η «Κούλα», ο «γέρο-Μάγκας» κτλ! Ανάμεσα σ’ αυτά και το μπουλγαρί που παίζει το «Στελάκι» από την Κρήτη και ενθουσιάζει τους ρεμπέτες με τη «διπλοπενιά» και την «τριπλοπενιά» του.
Από το 1937 έως και το 1922 που πέθανε, ο Στέλιος Φουσταλιεράκης – Φουσταλιέρης ζούσε στο Ρέθυμνο, ασχολούμενος με τις δύο μεγάλες αγάπες του. Την τέχνη του ρολογά και το μπουλγαρί! «Γιατί και οι δυο αυτές τέχνες έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους, είναι λεπτή δουλειά, όπως παλιά κάναμε τα εξαρτήματα των ρολογιών στο χέρι και τα δουλεύαμε με το φακό, έτσι και στη μουσική χρειάζεται σημασία στη λεπτομέρεια, στην πενιά. Χρειάζεται αξιοπρέπεια τόσο πίσω από τον πάγκο, όσο και όταν παίζω το όργανο.»Ο Φοιυσταλιέρης με την ίδια αξιοπρέπεια και το ίδιο αμείωτο μεράκι παρέμεινε ως το θάνατό του, όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της παράδοσης του ελληνικού ταμπουρά. Γιατί δυστυχώς, στις μέρες μας, η μακραίωνη αυτή παράδοση κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Το λαγούτο και το μπουζούκι, εκτόπισαν του μπουλγαρί…
Η μουσική του Φουσταλιέρη αποτελεί ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της κρητικής μουσικής.[Λάμπρος Λιάβας, ΕθνομουσικολόγοςΕπίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών]

«Σαν είχες άλλο στην καρδιά τι μ’ ήθελες εμένα

να με πληγώνεις να πονώ, ώσπου να ζω για σένα.»


Στέλιος Φουσταλιέρης

ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ (ΛΑΓΟΣ)

Γεννήθηκε το 1910 στα Περβόλια ένα πανέμορφο προάστιο του Ρεθύμνου.
ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ (Λαγός). Ο Μανόλης Λαγουδακης που ήταν το τρίτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας πρωτόπιασε λύρα στα χέρια του μόλις τελείωσε το Δημοτικό. «Ο Μανόλης, μαθητής ακόμα του Δημοτικού [κατά μαρτυρία της αδελφής του], έψαχνε συνέχεια και έβρισκε σανίδια (τάβλια), τα έκοβε και τα έφτιαχνε στο σχήμα της λύρας. Για χορδές τοποθετούσε ίνες από Αθανάτους και μετά άρχιζε και τις τριγουνιζε σαν τον καλό λυράρη».Σε ηλικία 15 ετών, ο Μανόλης Λαγός, ήταν ένας αξιόλογος λυράρης. Στη συνέχεια μαζί με τον συγγενή του Μανόλη Σταγακη, κατασκευαστή μουσικών οργάνων και κυρίως ΛΥΡΑΣ, βελτίωσαν και τον ήχο και το σχήμα αυτού του παραδοσιακού Κρητικού οργάνου. Ήταν αυτοδίδακτος και έπαιζε μόνο από αγάπη και μεράκι για την λύρα και την Κρητική μουσική. Ποτέ δεν είδε την λύρα σαν επάγγελμα. Ήταν ερασιτέχνης παρόλο που και τότε τον θεωρούσαν ως έναν από τους μεγαλύτερους λυράρη δες και λαϊκούς στιχουργούς εκείνης της εποχής. Έπαιζε λύρα πάντα σε οικογενειακό περιβάλλον και σε φιλικά γλέντια και το όνομα του ήταν ξακουστό και πέρα από τα στενά όρια της Κρήτης.Η «ερασιτεχνική» ενασχόληση του με την λύρα τον οδήγησε να κάνει κατά καιρούς διάφορα αλλά επαγγέλματα. Έτσι βρίσκουμε τον Μανόλη Λαγό μετά την κατοχή και μέχρι το 1954 να ασχολείται με την αλιεία, διατηρώντας ένα μικρό στόλο από καΐκια και τράτες. Το 1955, ύστερα από επίμονη των φίλων του, πείθεται και ανοίγει στα Περβόλια μια οικογενειακή ταβέρνα που στην δεκαετία 1954-1964 άφησε εποχή. Εκεί μαζευόταν οι φίλοι του, από κάθε μεριά της Κρήτης που για χάρη τους έπαιζε τη λύρα του, σε ολονύκτια γλέντια που πολλές φορές κρατούσαν δυο και τρεις μέρες χωρίς διακοπή.Στη δισκογραφία ο Μανόλης Λαγός εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1938 με τελευταία ηχογράφηση του γύρω στα 1955.Το δισκογραφημενο του έργο, δεν είναι μεγάλο σε μέγεθος, αλλά είναι τεράστιο σε ποιότητα και λάμψη. Στα χρόνια ανάμεσα στο 1938 και το 1955 ηχογράφησε συνολικά γύρω στα 20 τραγούδια. Σε συνεργασία πάντα με το λαούτο και την ρωμαλέα φωνή του Γιάννη Μπερνιδακη (Μπαξεβάνη) με τον οποίο-όπως διηγούνται οι φίλοι του -τον συνέδεε μια βαθιά φιλία αλλά ταυτόχρονα ταίριαζαν και σαν χαρακτήρες και σαν παίξιμο. Λένε ότι ερχόταν στιγμές που καθόταν οι δυο τους και έπαιζαν μόνοι τους ώρες ολόκληρες. Έτσι από κέφι και μεράκι! Ίσως αυτό το πάντρεμα είναι ο κυριότερος λόγος που τα τραγούδια του Μανόλη Λαγουδακη που γράφτηκαν με την συνεργασία του Μπαξεβάνη έμειναν ανεπανάληπτα και κλασικά στην ιστορία της Κρητικής Μουσικής Παράδοσης και ξεχωρίζουν για την άψογη και μερακλίδικη εκτέλεση τους και την ομορφιά των στοίχων τους.Αξίζει να σημειωθεί η σπουδαία εκτέλεση του τραγουδιού «ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΓΑΠΩ»από την εξαίρετη και ανεπανάληπτη φωνή της ΛΑΥΡΕΝΤΙΑΣ, που ήταν και η πρώτη Κρητικιά που τραγούδησε σε δίσκους. Μετά το 1964 ο Μανόλης Λαγουδακης εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθηνά κι άνοιξε ζαχαροπλαστείο στο Φάληρο. Ήταν παντρεμένος με την Άννα Σταγακη (την έκλεψε) που για χάρη της έγραψε (σε νεαρή ηλικία) το περίφημο τραγούδι «Τη μανά μου την αγαπώ γιατί πονει για μένα, Μα όχι αγάπη μου γλυκιά ως αγαπώ εσένα». Με την Αννα Σταγακη ο Μανόλης Λαγός απέκτησε τέσσερις κόρες. Η μια από τις κόρες του, είπε στον Στέλιο Αερακη για τον πατέρα της. «Ο πατέρας μου ήταν πάνω απ' όλα άνθρωπος αξιοπρεπής, αισθηματίας και άρχοντας. Τον λατρεύαμε όλες μας. Ήταν τόσο καλός πατέρας και οικογενειάρχης, που αναρωτιόμαστε πολλές φορές αν υπήρχε δεύτερος. Όμως πιο πολύ από μας αγαπούσε με πάθος τη λύρα του... Σ' αυτήν αφιέρωνε κάθε ελεύθερο χρόνο του. Μαζί της ήταν κυριολεκτικά ευτυχισμένος, χωρίς όμως να παραμελεί εμάς, την οικογένεια του. Ο θάνατος του μας συγκλόνισε. Τη μητέρα μου την σύντριψε κυριολεκτικά. Να σκεφτείτε ότι μόλις ένα μήνα από το φευγιό του, δεν άντεξε και πέθανε και αυτή».
Ο Μανόλης Λαγουδακης (που όλοι τον γνώρισαν τον έλεγαν Λαγό) πέθανε το Σεπτέμβρη του 1981, στην Αθήνα.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΣΠΑΡΑΚΗΣ (ΣΤΡΑΒΟΣ)

Ο Μανόλης Πασπαράκης γεννήθηκε στ' Ανώγεια Μυλοποτάμου το 1911.Το παρατσούκλι «Στραβός» του έμεινε από τα παιδικά του χρόνια όταν τον χτύπησε η οστρακιά αφήνοντας τον για πάντα τυφλό. Έπιασε λύρα για πρώτη φορά στη ζωή του σε ηλικία δέκα ετών, όταν του πήρε μια Δώρο ο πατέρας του, προκειμένου να περνάει ευχάριστα τις δύσκολες ώρες της μοναξιάς του. Σε μικρό χρονικό διάστημα ο μικρός Μανόλης έμαθε να παίζει τους πρώτους σκοπούς με την βοήθεια του συγχωριανού του και μεγάλου λυράρη Αντώνη Σκουλά η Καραμουζαντώνη.Το μεγάλο του πάθος, ο καημός, το μεράκι και η αγάπη του για την μουσική και την λύρα, τον έκαναν να ξεχωρίσει γρήγορα και να γίνει ένας σπουδαίος λυράρης. Τα στοιχεία εκείνα του απλού και ρυθμικού τρόπου παιξίματος, μαζί με την πρωτόγνωρη, ιδιότυπη και παθιασμένη χροιά του ήχου της λύρας του, έχουν μείνει έντονα στην μνήμη και στην συνείδηση των ανθρώπων εκείνων που τον έζησαν και τον άκουσαν από κοντά.Η πιο λαμπρή περίοδος της καριέρας του είναι από το 1935 έως το 1960. Η περίοδος αυτή (που είναι σταθμός στην ιστορία της κρητικής μουσικής), είναι εκείνη μετά αυθεντικά γλέντια, με τις ολονύχτιες καντάδες, τις ατέλειωτες παρέες στα καφενεία και τα γλεντοξημερωματα του γάμου, που πολλές φορές κρατούσαν και δυο ολόκληρες εβδομάδες.
Με την ατμόσφαιρα και τα βιώματα της περιόδου αυτής, ανατράφηκε και μεγάλωσε και η μετέπειτα γενιά των Ανωγειανών Καλλιτεχνών, που στην πορεία ξεχώρισαν και μεγαλούργησαν στο χώρο της Κρητικής Μουσικής και όχι μόνο. Η δισκογραφία του Μανόλη Πασπαράκη, δυστυχώς είναι πολύ μικρή, για πολλούς και διάφορους λόγους Ο βασικότερος όμως ήταν η δύσκολη μετακίνηση προς την Αθηνά για ηχογράφηση λόγω της αναπηρίας του.Στο τέλος της δεκαετίας του 60, έγινε μια προσπάθεια για την ηχογράφηση ενός δίσκου 45 στροφών χωρίς όμως επιτυχία. Χάρη όμως στην μέριμνα του Γιώργη Σμπώκου, διασώθηκαν κάποιες ζωντανές ηχογραφήσεις. Ο Μανόλης Πασπαράκης, παρά την μεγάλη ηλικία του συνέχισε να παίζει σε παρέες και γάμους του χωριού του, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 70. Πρέπει να σημειώσουμε τις μοναδικές και αθάνατες σειρές «κοντυλιές του Στραβού» που έχουν μείνει κλασσικές στην ιστορία της Κρητικής μουσικής, καθώς επίσης και την χαρακτηριστική αγαπημένη του μαντινάδα, εμπνευσμένη από τα παιδικά του χρόνια:
«Κόσμο γροικώ, κόσμο πατώ και κόσμο δε γνωρίζω.

Ω! την παντέρμη τη ζωή και πως την νταγιαντίζω.»
Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε και τους μεγάλους μουσικούς που συνόδευαν τον Στραβό, τους μαντολίναρηδες Μανόλη Αεράκη η Μυρομανόλη, κατά την περίοδο 1935-1955 και το Νεοκλή Σαλούστρο την περίοδο 1955-1980. Ο μεγάλος λυράρης, ο ΣΤΡΑΒΟΣ, έφυγε από την ζωή το 1987 σε ηλικία 76 χρόνων.

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (ΝΑΥΤΗΣ)

Ο Κώστας Παπαδάκης - το ψευδώνυμο Ναύτης του έμεινε από τα χρόνια της στρατιωτικής του θητείας, που την υπηρέτησε στο ναυτικό- γεννήθηκε το 1920 στο Καστελλι Κισσαμου του νομού Χανίων και είναι το τέταρτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας! Σε ηλικία πέντε χρονών πήγε στα Χανιά και στα επτά χρόνια του, πρωτόπιασε βιολί στα χέρια του! Ήταν ένα «Γκουρνεριους» του 1710 που είχε έρθει από την Ιταλία και το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα! Πρώτος δάσκαλος του στο βιολί ήταν ο πατέρας του Βασίλης Παπαδακης η Κοπανιδης, που στην εποχή του υπήρξε ένας πολύ μεγάλος σολίστας του βιολιού. Η πρώτη του δημόσια εμφάνιση ήταν σε ηλικία δέκα χρόνων σε γάμο στο χωριό Λάκκους Χανίων! Μετά την απελευθέρωση, η φήμη του Ναύτη είχε ξεπεράσει τα στενά όρια του Νομού Χανίων και ήταν γνωστός σε ολόκληρη την Κρήτη. Εμφανιζόταν παντού, σε γάμους, βαφτίσεις, πανηγύρια και κάθε είδους κοινωνικές εκδηλώσεις της Μεγαλονήσου. Από το 1959, μέχρι το 1976 έζησε στην Αμερική και το 1981 έμεινε στην Αυστραλία για πέντε χρόνια! Έκανε πολλές καλλιτεχνικές εμφανίσεις σε διάφορες χώρες του κόσμου προσκεκλημένος από τους Κρητες της διασποράς. Κατά την πολύχρονη θητεία του στην Κρητική μουσική συνεργάστηκε με αρκετούς και αξιόλογους καλλιτέχνες, κυρίως όμως με λαουτιέρηδες όπως τον ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ, τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΛΑΝΗ, τον ΠΕΤΡΟ ΚΑΣΤΑΝΗ, τον ΠΕΤΡΟ ΚΑΡΜΠΑΔΑΚΗ και άλλους. Ο Ναύτης στην δισκογραφία εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1938 και μετά τον πόλεμο 1950-1954 και στη συνέχεια πραγματοποίησε ηχογραφήσεις στην Αμερική!Στην πορεία της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας, ο Ναύτης συμμετέχει σε αρκετές ηχογραφήσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, με εκτελέσεις και συνθέσεις δικές του, σε δίσκους 78, 45 και 33 στροφών. Επίσης έχει εκδώσει βιβλίο το 1989 με τίτλο «Κρητική λύρα ένας μύθος»! Η μουσική προσφορά του Ναύτη στην Κρητική μουσική παράδοση και ιδιαίτερα για τη διάσωση και διάδοση των μοτίβων της Δυτικής Κρήτης, είναι μεγάλη. Αξίζει να σημειώσουμε τη συνάντηση του με τον Στρατή Καλογεριδη το 1933 στο Ηράκλειο Κρήτης, παίρνοντας πολύτιμες συμβουλές και μαθήματα βιολιού από τον μεγάλο δάσκαλο της Κρητικής μουσικής. «Παλιές πληγές μου άνοιξες με το βιολί σου ναύτη
γι αυτό απόψε θα τα πιω και θα τα κάνω στάχτη.

Παίξε γλυκά τραγούδησε και πνίξε με στο πάθος

Κι άνοιξε κι άλλες πληγές, μες της καρδιάς το βάθος»!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ

Συνθέτης, Λυράρης, Ερμηνευτής! Ο Γιώργος Καλογριδης γεννήθηκε στο Σπηλι Ρεθύμνης το 1923.Στα δεκατέσσερα του χρόνια άρχισε να ασχολείται με τη λύρα δίπλα στους συγχωριανούς του λυράρηδες Στεφανή Βασιλάκη η Κονδύλη και Γιώργη Μαρκογιαννακη η Μαρκογιωργη. Η κατοχή τον βρίσκει στο Σπηλι και λίγα χρόνια αργότερα φεύγει για την Αθήνα , όπου θα εγκατασταθεί για λίγο διάστημα. Την περίοδο αυτή (1946) ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο, «ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ», που θεωρείται τόσο κλασσικό όσο η «ΙΤΙΑ» για την Ρούμελη και ο «ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ» για τον Μοριά Συνολικά ηχογράφησε είκοσι τραγούδια την περίοδο 1946-1956, ορισμενα από τα οποία είναι δικές του συνθέσεις και διακρίνονται για την άψογη εκτέλεση τους, την εκπληκτική τους μελωδία και το υπέροχο τραγούδι τους από την εξαιρετική φωνή του ίδιου Γ. Καλογριδη, φωνή που σήμερα είναι σπάνια. Οι ηχογραφήσεις του έγιναν όλες με την συνεργασία δυο γνωστών και καταξιωμένων λαουτιέρηδων, των αδελφών Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννακη! Ο ιδιαίτερα προικισμένος λυράρης Γιώργος Καλογριδης ξενιτεύεται το 1966 στην Ν. Υόρκη όπου και εγκαθίσταται μόνιμα. Το 1977, ύστερα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το χρυσό χέρι του καλλιτέχνη παραλύει, στερώντας από τον ίδιο αλλά και από την μουσική γενικότερα την ευκαιρία για νέες μουσικές συνθέσεις. Ωστόσο η μέχρι τότε μουσική του προσφορά παραμένει για να σημαδέψει την πορεία της Κρητικής Μουσικής Παράδοσης και στοιχειοθετεί την υποχρέωση μιας απέραντης ευγνωμοσύνης από μέρους της «Μουσικής» Κρήτης.
Ο συγγραφέας και καθηγητής ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΝΟΥΔΑΚΗΣ γράφει:

«Οι κορυβαντιοντες Κρητικοί Κουρήτες, οι ΚΕΡΤΙ17 της προ αιγυπτιακή ς περιόδου, με την πανσπερμία των αποικιών τους στην λεκάνη της Μεσογείου (Κυρηνιακη, Αίγυπτος, Φοινίκη, Παλαιστίνη, Ν. Ιταλία) μεταλαμπαδεύουν και την μουσική τους. Την Κρητομίνωικη μουσική που την ασπάσθηκαν και την εγκολπώθηκαν οι επίγονοι λαοί στα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια, θεωρώντας την εθνική τους μουσική. Είναι ευλογία θεού που στην ίδια την Κρήτη, οι πρωτομάστορες είχαν την έμπνευση να αποτυπώσουν τις δημιουργίες τους (στηριγμένες σε μουσικές φόρμες του παρελθόντος) στα γραμμοφωνικα μέσα κατά τις αρχές του αιώνα μας, για να υπηρετήσουν την μελωδία...
Η μουσική δημιουργία όμως του Γιώργη Καλογριδη είναι και ικανοποιητική ποσοτικά και ασυναγώνιστη ποιοτικά. Ανθρωπος ερωτικός έδωσε ρυθμούς και μελωδίες που εκστασιαζουν τους φίλους της καλής παραδοσιακής μουσικής. Η ψυχή παθαίνει και συνεγείρεται άλλοτε από τους κυματισμούς μιας σπάνιας μελωδικής όρχησης και άλλοτε από τους ακροβατικούς μετεωρισμούς μιας ερωτικής δίνης, που νομίζεις πως γράφτηκαν ως μουσική υπόκρουση για μινωικά ταυροκαθάψια, σε ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου όπως είναι ο έρωτας! Η μουσική του Γιώργη Καλογριδη ποτέ δε στάθηκε και δεν έγινε μουσειακό υλικό. Τα ακούσματα των μουσικών έργων του είτε άμεσα είτε ως κουρσεμένα λάφυρα επηρέασαν τα μεταγενέστερα μουσικά χρόνια σε τέτοιο βαθμό που σήμερα και χωρίς εμπεριστατωμένη επιστημονική έρευνα γίνεται αντιληπτό. Η θεια μοίρα βοήθησε να σωθούν αρκετά μοτίβα μιας σπάνιας ορφικής μουσικής του «αρχιμάστορα» Γιώργη Καλογριδη πλημμυρισμένα από το πάθος του έρωτα και αψεγάδιαστα καλλιτεχνικά. Που είναι βέβαιο πως θα αποτελούν τις διαδρομές για τη γνώση του Ελληνικού μουσικού παρελθόντος του νησιού μας και τη μελλοντική καλλιτεχνική ανατροφοδότηση της ράτσας μας»!
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΝΟΥΔΑΚΗΣ.

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ (ΜΑΥΡΟΣ)

Ο Μαύρος, γεννήθηκε το 1910 στο χωριό Σκουτελωνα Κισσαμου του Νομού Χανίων. Το ψευδώνυμο Μαύρος του έμεινε από τα παιδικά του χρόνια επειδή ήταν πολύ μελαχρινός. Αρχισε να ασχολείται με το βιολί από τα δέκα του χρόνια και σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων πρωτόπαιξε σε γλέντι στο χωριό του! Στη μακρόχρονη καλλιτεχνική του σταδιοδρομία συνεργάσθηκε με πολλούς και σημαντικούς λαϊκούς οργανοπαίχτες της περιοχής του, μεταξύ αυτών και οι: ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΑΓΝΑΚΗΣ και ο αδικοχαμένος από τροχαίο δυστύχημα ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΡΟΥΑΑΚΗΣ η ΜΑΡΟΥΒΑΣ! Ο Μαύρος που ήταν αγράμματος, αν και αυτοδίδακτος στο βιολί, διακρίθηκε και μεγαλούργησε σαν δημιουργός και σολίστας στο όργανο αυτό! Η δεξιοτεχνία του, το προσωπικό του ύφος και το γεμάτο ευαισθησίες παίξιμο του, σπανίζουν σήμερα! Η πιο γόνιμη και δημιουργική περίοδος της καριέρας του, κυρίως στη δυτική Κρήτη, ήταν η περίοδος 1935-1965.Ο Μαύρος που έχει μια ιδιαίτερη λατρεία για τον τόπο του, δεν αποχωρίστηκε ποτέ το αγαπημένο του χωριό, Σκουτελωνα Κισσαμου. Την πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση την κάνει το 1938 μαζί με τον ΠΩΡΓΗ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ηχογραφώντας έναν δίσκο 78 στροφών που περιείχε το περίφημο «ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΑΝΟ ΣΥΡΤΟ», τραγουδισμένο από την σπουδαία φωνή του Κισσαμιτη τραγουδιστή ΘΕΟΧΑΡΗ ΤΖΙΝΕΥΡΑΚΗ, που έγινε μεγάλη επιτυχία την εποχή εκείνη και σήμερα θεωρείται κλασσικό τραγούδι. Στην συνέχεια και συγκεκριμένα μετά τον πόλεμο και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60', συμμετέχει σε αρκετές ηχογραφήσεις δίσκων, με τους προαναφερθέντες συνεργάτες του.
«ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΑΝΟΣ ΣΥΡΤΟΣ»
Τα μάτια σου μ' αρέσουνε αν ειν και δακρυσμένα
Και την καρδιά σου να πόνει μα να πονει για σένα
Τι να το κάνω το νερό που πέφτει στάλες στάλες
Λίγες ελπίδες μου 'δωσες μα περιμένω κι άλλες.
«ΧΑΝΙΩΤΙΚΟΣ ΣΥΡΤΟΣ»
Λεβέντισσα σαι μάτια μου κι έχεις περίσσια κάλλη,
Σαν τω Χανιω την αγορά που δεν υπάρχει άλλη.
Με τον αέρα πέφτουνε τα φύλλα του πλατάνου
Χαρωτα εγώ τα μάτια σου παιχνίδια που μου κάνουν.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ)

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης είναι ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς και εκτελεστές της Κρητικής μουσικής. Γεννήθηκε στο Καστέλι Κίσσαμου το 1914, σε ένα χώρο και μια οικογένεια που είχε αναδείξει πλήθος μουσικών και η καλλιέργεια της παράδοσης ήταν καθημερινή υπόθεση πολλών.Όπως είχε πει ο ίδιος, από μικρό παιδί γοητεύτηκε από την Κρητική μουσική που είναι μια παράδοση από γενιά σε γενιά, που παρουσιάζει μια ιδιαίτερη μορφή ποιήσεως, χαρακτηριζόμενη από ιδιόρρυθμη έκφραση σε ρυθμό, σε αρμονία, σε χρώμα, χρόνο, τόνο και γενικά σε μελωδία. «Η Κρητική μουσική ριζώθηκε μέσα μου και αυτό πιστεύω συνετέλεσε γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες λαουτιέρης της εποχής του». Εκτός όμως από τον πατέρα παρά πολλά άτομα της οικογένειας Κουτσουρέλη έπαιζαν διάφορα όργανα, λαγούτα, λύρες, βιολιά, μαντολίνα, ακόμα και κλαρίνο. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης μπολιασμένος από την γοητεία της Κρητικής μελωδίας, τις πενιές, τις δοξαριές, τα τραγούδια, το γοητευτικό κορμί της Κρητικής παράδοσης, άρχισε από τα πρώιμα παιδικά του χρόνια (5 ετών) να κουρδίζει και να χρησιμοποιεί τη σκούπα της μάνας του για να παίξει τις μελωδίες του μιμούμενος τ' άλλα μέλη της οικογένειας μουσικών.Στο Δημοτικό σχολείο, κάτοχος πια μαντολίνου, έφτασε να παίζει πραγματικά τους ωραίους σκοπούς του, για να χορέψουν οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές του. Πολύ γρήγορα ο Γιώργης Κουτσουρέλης παρακινούμενος από τον πατέρα του, αλλά περισσότερο ωθούμενος από την μυστική εκείνη λαχτάρα του προικισμένου καλλιτέχνη που τον οδηγεί στα πεπραγμένα του, άφησε τις παιδικές μουσικές περιπλανήσεις και ασχολήθηκε πολύ σοβαρά πια με το λαγούτο, το όργανο της ζωής του.Έτσι στα 10 του χρόνια ήταν ένας αξιόλογος άρτιος λαουτιέρης που στα 12 χρόνια του είχε γίνει τέλειος επαγγελματίας, πολύ σωστός και περιζήτητος συνεργάτης από κορυφαίους καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής, βιολιτζήδες και λυράρηδες της εποχής εκείνης όπως ήταν ο Γιώργης Μαριάνος, ο Νικόλαος Χαρχαλής ο περίφημος λυράρης ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ ή Κουφιανός και από άλλους.Πολύ νωρίς σε ηλικία μόλις 16 χρόνων μπήκε στο χώρο της δισκογραφίας αρχίζοντας από το 1930 να παράγει, να ηχογραφεί και να κυκλοφορεί δίσκους, Πρώτα με το Μαριάνα, στην Κολούμπια, μετά με τον σπουδαίο Ρεθεμνιώτη λυράρη Αλέκο Καραβίτη, κτλ. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης θυμάται πάντα με συγκίνηση τη βραδιά που έπαιζε στη λέσχη φιλελευθέρων στις 15 Δεκεμβρίου 1932, επ' ευκαιρία της ονομαστικής γιορτής του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο ίδιος ο πρόεδρος παρών στον εορτασμό, ευχαριστήθηκε τόσο πολύ που κάλεσε τους καλλιτέχνες Μαριανο και Κουτσουρελη στο σπίτι του να παίξουν και να γλεντήσουν μαζί του και με τους στενούς του φίλους.Ο Γιώργης Κουτσουρελης αναγνωρισμένος από νωρίς σαν εμπνευσμένος δημιουργός Κρητικής μουσικής και δεξιοτέχνης καλλιτέχνης, εμφανίζεται με διάσημους λυράρηδες και βιολιτζήδες, ή και σαν σολίστας του λαγούτου. Με τον σπουδαίο λυράρη Νικόλαο Κουφιανό εμφανίζεται στο εθνικό στάδιο Αθηνών μαζί με συγκροτήματα απ' όλη την Ελλάδα. Συχνές ήταν και οι εμφανίσεις του στις εκδηλώσεις των Κρητών σε Αθήνα Πειραιά και Θεσσαλονίκη. Μετά από τον πόλεμο, του 1940, τον βρίσκουμε να συνεργάζεται και πάλι με μεγάλους μουσικούς όπως με τον Κώστα Μουντάκη, τον Νίκο Ξυλούρη (αργότερα) και άλλους. Τον Γιώργη Κουτσουρελη τον κάλεσε δυο φορές ο διακεκριμένος μουσικολόγος ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΛΕΙΝΤΙ, που κατείχε την έδρα της μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και ήταν διευθυντής της δραματικής σχολής του Μιλάνου. Ο καθηγητής Λειντι αποκαλούσε τον Γιώργη Κουτσουρελη «ορχήστρα». Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, γράφει για τους λόγους που τον εμπόδισαν να ανταποκριθεί στις προσκλήσεις αυτές και να εμφανισθεί στο εξωτερικό. «Για δε τις προγενέστερες προσκλήσεις που είχα να πάω στο εξωτερικό και δεν τις πραγματοποίησα δεν μετανοώ και δε λυπάμαι, διότι εκτός τα ατυχήματα που συμβαίνουν είχα οικογενειακές υποχρεώσεις — γυναίκα και 4 μικρά παιδία και τους πικραμένους γέρους γονείς μου. Γι αυτό λοιπόν προτίμησα να μείνω στον τόπο μου να κυβερνώ και να προστατεύω τα ανήλικα παιδία μου, να τα προσέχω να μην ξεφύγουν από τον έλεγχο της μάνας και παραστρατήσουν.Και έτσι άφησα και παραμέλησα τα χρήματα και προτίμησα τα παιδιά μου, που για μένα και για κάθε λογικό άνθρωπο είναι το πιο ακριβό στολίδι του κόσμου, που δεν ανταλλάσσεται με τίποτα.» Το Γιώργη Κουτσουρελη βράβευσε το καλοκαίρι του 1986 ο Δήμος Ηρακλείου για τις σπουδαίες υπηρεσίες του στην Κρητική μουσική παράδοση, για το πλούσιο έργο του, την πρωτοτυπία των δημιουργιών του, την δεξιοτεχνία και την μοναδικότητα των ερμηνειών του αλλά και το ήθος του, που τον αναδεικνύει σ' ένα άψογο πολίτη.Ο Γιώργης Κουτσουρελης πέθανε τον Ιούλιο του 1994. Ο Καθηγητής του Πανεπιστήμιου Αθηνών Γιώργης Γιατρομανολάκης, έγραψε για τον Γιώργη Κουτσουρελη. «Καθώς έβλεπα και άκουγα τον λαϊκό καλλιτέχνη να παίζει το λαγούτο του καταλάβαινα πως το όργανο αυτό δεν ηχούσε επειδή ο μάστορας απλώς έκρουε τις χορδές του. Ο ήχος του λαγούτου δεν προερχόταν απλώς μέσα από το όργανο. Ολόκληρο το κορμί του Κουτσουρελη με όλο το βάρος των χρόνων του ηχούσε και δημιουργούσε μουσική. Το λαγούτο ήταν προέκταση της σωματικής υπόστασης του λαουτιέρη. Αυτή λοιπόν η εξαίσια σωματική σχέση κάποιου με την τέχνη του είναι που ορίζει και την γνησιότητα του. Όχι η εγκεφαλικότητα η προσποίηση, όχι η εξωτερική κίνηση και η επιτήδευση. Πουθενά στόμφος η υπερβολή, πουθενά αίσθημα στερημένο από τον παλμό και την γνησιότητα του κορμιού. Και όταν έπαιζε ο δάσκαλος και όταν τραγουδούσε σου έδινε την αίσθηση πως ξόδιαζε σώμα από το σώμα του και αίμα από το αίμα του. Ακόμη και όταν μιλούσε ήξερες πως ότι έλεγε δεν ήταν λόγια του αέρα. Ήταν ήχος και φωνή ενός παλλόμενου κορμιού. Για τούτο και κάθε λόγος του ηχούσε αρμονικός και φυσικός. Αποδείκνυε έτσι κάτι πολύ σημαντικό για τους Κρητικούς. Ότι η βασική αρετή της Κρήτης δεν είναι η φωναχτή και πομπώδης μεγαλοστομία. Δεν είναι η εξωτερική επίδειξη και το τουριστικό τσαλίμι, η καυχησιολογία και η επιπόλαιη υπερβολή.
Η μεγάλη αρετή της Κρήτης είναι όχι η εξωστρέφεια και τα παχιά λόγια, αλλά η δύναμη που προέρχεται από μια αίσθηση αριστοκρατικής ηρεμίας. Και δεν δίδω βέβαια στη λέξη αριστοκρατία πολιτική η κοινωνική έννοια. Εννοώ αυτό που μας έδειξε ο Κουτσουρελης, πως ο αριστοκράτης δημιουργός ακριβώς επειδή η λαϊκή του συνείδηση είναι αριστοκρατική, δεν καταδέχεται να παίξει η να τραγουδήσει προς χάρη των τουριστών εντόπιων ή ξένων.Πως παρακολουθώντας την παράδοση μας, τα πατροπαράδοτα, όπως είπε, δεν καταδέχεται να ξεπέσει σε λαϊκίστικες κραυγές και εύκολες επιδείξεις. Μίλησε για δύσκολους σκοπούς, για δύσκολα τραγούδια και δύσκολους χορούς. Δεν έκανε κρητική σε κανένα. Έδειξε με τα χέρια του και το κορμί του, το δικό του ερωτά προς την τέχνη του και προς τη ζωή.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ (ΜΠΑΞΕΒΑΝΗΣ)

Ο Γιάννης Μπερνιδάκης γεννήθηκε το 1910 στο Ρέθυμνο. Ο πατέρας του καταγόταν από το Άνω Μαλάκιο Ρεθύμνου και ήταν κηπουρός στο τσιφλίκι κάποιου τούρκου αγά. Γι αυτό είχε και το παρανόμι «μπαξεβάνης». Από μικρός είχε μεγάλη κλίση στο τραγούδι, στο οποίο αναδείχτηκε γρήγορα μια και η φωνή του ήταν «ρωμαλέα».Η πρώτη του επαφή με μουσικά όργανα έγινε όταν ήταν 12 χρονών, όταν άρχισε να παίζει μαντολίνο και αργότερα μπουλγαρί. Ασχολήθηκε όμως με το τραγούδι και το λαούτο. Τραγούδησε κυρίως κρητικά, νησιωτικά, αλλά και μικρασιάτικα τραγούδια. Οι κρητικοί τον λάτρευαν και τον αποκαλούσαν «το αηδόνι της Κρήτης».Η φήμη του και η απήχηση του στον κρητικό λαό ήταν τεράστια και θα μείνει στην ιστορία σαν ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές που έχει βγάλει ποτέ η Κρήτη.Η κρητική μουσική παράδοση, του χρωστάει πολλά. Συνεργάστηκε μουσικά αλλά και δισκογραφικά σχεδόν με όλους τους Ρεθυμνιώτες λυράρηδες της εποχής εκείνης (1925-1955).Ανάμεσα τους και οι πασίγνωστοι ΡΟΔΙΝΟΣ, ΚΑΡΕΚΛΑΣ, ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ, ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΗΣ και ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ. Στη δισκογραφία ο Μπαξεβάνης εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1928, με έναν δίσκο 78 στροφών με τον Αλέκο Καραβίτη. Ακολούθησαν αργότερα και άλλες ηχογραφήσεις. Αν ακούσει κάποιος αυτές τις παμπάλαιες ηχογραφήσεις, θα μαγευτεί από την ωριμότητα της ερμηνείας, την άριστη τεχνική του-αν και ήταν αυτοδίδακτος-, τα βυζαντινά του ηχοχρώματα, αλλά προπάντων το μεράκι και το πάθος του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπαξεβάνης την εποχή εκείνη είχε ξεπεράσει τα όρια της Κρήτης και είχε γίνει γνωστός σε όλη την Ελλάδα αλλά και στους Έλληνες του εξωτερικού. Ακόμα, δεν είναι τυχαίο ότι τα 50 και πλέον τραγούδια που είχε ηχογραφήσει με τους ΡΟΔΙΝΟ, ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΗ, ΛΑΓΟ και ΣΚΟΡΔΑΛΟ, έχουν γίνει κλασσικές επιτυχίες στο σύνολο τους και έχουν αφήσει έντονη τη σφραγίδα τους στην μουσική συνείδηση του λαού της ΚρήτηςΟ Μπαξεβάνης παντρεύτηκε το 1947 την Ρεθυμνιώτισσα Ελευθέρια Κατσιμπρακη και απόκτησαν μια κόρη. Το αηδόνι της Κρήτης πέθανε το 1972 στο Ρέθυμνο. Η αδερφή του Λαυρεντία, με φωνητικά προσόντα εφάμιλλα του αδελφού της, είναι η πρώτη γυναίκα που στις αρχές του 1940 εκπόρθησε ένα καθαρά αντρικό οχυρό της Κρητικής μουσικής και μπήκε στο στούντιο και ηχογράφησε το πασίγνωστο τραγούδι του ΜΑΝΩΛΗ ΛΑΓΟΥ «ΤΗΝ ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΓΑΠΩ». Για τον Μπαξεβάνη, υπάρχει και μια μαντινάδα.
«Μην τόνε κλαις η τον μπαξέ κι αν τ' φύγε τ' αηδόνιμα

αυτός με το τραγούδι του βραδιάζει ξημερώνει».

Ο δημοσιογράφος ΝΤΙΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ γράφει για τον ΜΠΑΞΕΒΑΝΗ. «Μες τη μυθική φωνή» του όπως θα έλεγε και ο ΡΙΤΣΟΣ, ένα αηδόνι, δυο περιστέρια, ένας αητός, κι ένα λιοντάρι δένουν την παντοτινή φιλία του κόσμου. Λένε για τον Μπαξεβάνη που σφράγισε την Κρητική μουσική, με το μοναδικό θαύμα της φωνής του.
Λένε ακόμη, πως οι λυράρηδες φιλονικούσαν μεταξύ τους ποιος θα τον πάρει στα πανηγύρια και στις ηχογραφήσεις των δίσκων. Όσοι είχαν στίχο, όσοι είχαν ήχο και δεν είχαν φωνή, βρήκαν στα χείλη του Μπαξεβάνη την αληθινή τους άρθρωση. Στην ευρύχωρη κοίτη της φωνής του χώρεσαν οι αμανέδες και η φωνή του Φουσταλιέρη, η δροσιά των νησιώτικων ρυθμών, το πάθος του Σκορδαλού και η γλυκύτητα του Μανόλη Λαγού.»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ (ΔΕΡΜΙΤΖΟΓΙΑΝΝΗΣ)

Πρόκειται για έναν πολυσύνθετο καλλιτέχνη της Κρητικής Μουσικής Παράδοσης! Ο Γιάννης Δερμιτζακης γεννήθηκε στη Μαρώνεια Σητείας το 1907 και μεσουράνησε επί δεκαετίες στο καλλιτεχνικό στερέωμα της Κρήτης σαν ένας γνήσιος εκφραστής της Μεγαλονήσου! Άνθρωπος Δημιουργικός, παραγωγικότατος, ποιητάρης, βιολατορας, λυράρης δεξιοτέχνης, γλυκολαλος εκφραστικός τραγουδιστής! Χιλιάδες είναι οι μαντινάδες του, τραγουδισμένες σε ισάριθμα γλέντια! Ο ΔΕΡΜΙΤΖΟΠΑΝΝΗΣ αποτελεί την έμμετρη παρουσία και έκφραση των πόθων, των καημών, της ψυχικής ορμής των Κρητικών μα και της πολύχρονης ιστορίας της Κρήτης και των ηθών και εθίμων της! Η σάτιρα και τα ευτράπελα έμμετρα σχόλια των συνηθειών και των καταστάσεων του μεταπολεμικού κόσμου, είναι ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του παραγωγής που τυπώθηκε και σε βιβλία, μα πέρασε και στους δεκάδες δίσκους του ΔΕΡΜΤΤΖΟΠΑΝΝΗ, με πρώτη ηχογράφηση το 1953.Αποτιμώντας το έργο του Δερμιτζογιαννη ο μελετητής και γλωσσολόγος καθηγητής του Πανεπιστήμιου Αθηνών ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΚΟΥΒΑΡΑΣ, γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «Κρητικές Μαντινάδες» του Γιάννη Δερμιτζακη! «Χαρισματουχος ποιητάρης είναι ο Στειακος Γιάννης Δερμιτζακης. Συγκαιρινός κρίκος μιας παλαιγονης λαϊκής παράδοσης, που πλανιέται ζωντανή και σπιθίζει ολοσυνεχα πάνω στις τραχιές Μαδάρες και ένα γύρο στα γλαυκά περιγιάλια της Κρήτης.Στερνοπαίδι άξιο μιας σειράς ανώνυμων και επώνυμων σμιλευτών της μαντινάδας, που βαστά ανάλαφρα στους ωμούς του την ευθύνη για την συντήρηση της στιχερης, λαϊκής ευαισθησίας. Αγαπητός στην Κρήτη, γνωστός και στην άλλη Ελλάδα! Συνεπαίρνει με το τραγούδι του τα φρένα των Κρητικών του νησιού και της διασποράς, συμβάλλει επάξια στην παρουσία της γενέτειρας του μέσα στον πλατύ χώρο του Ελληνικού λαϊκού τραγουδιού» «...Το αυθεντικό, το γνήσιο, επιβάλλεται ακόμη και σε εκείνους που για πρώτη φορά το βλέπουν και το ακούν! Αντίθετα το νοθευμα και οι σαχλαναλατες μελωδίες, που νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να παρεμβάλλουν στη λαϊκή νησιωτική μούσα, έχουν για αποτέλεσμα να προκαλούν, όχι μόνο την αγανάκτηση των ιδίων των νησιωτών μας, αλλά και στους ξένους εντυπώσεις και σχόλια κάθε άλλο από κολακευτικά. Πως λοιπόν να μην ενθουσιάσεις το κοινό ΔΕΡΜΤΤΖΟΠΑΝΝΗ γνήσιε ερμηνευτή της Κρητικής μαντινάδας με «τσι κοντυλιες» σου να κάμνεις να δονούν οι χορδές στις ψυχές των συμπατριωτών σου και να προκαλείς τον ενθουσιασμό σε όλους που σε παρακολουθούν;Γράψε ακούραστο βλαστάρι της Σητείας, παίξε, τραγουδά και σκόρπιζε με τους στίχους και με τους δίσκους σου τη χαρά που απαλαίνει την ψυχή, μα, που και τη βοηθά να διατηρεί ασάλευτα και ακλόνητα όλα τα ιδανικά της! Η χαρά, η τέχνη, η καλλιτεχνική έκφραση του παιητάρη, λυράρη, βιολατορα, κιθαρίστα, συνθέτη και τραγουδιστή Γιάννη Δερμιτζακη από τη Σητεία Λασιθίου Κρήτης είχε περάσει τα σύνορα της Ελλάδας.Είχε κερδίσει και αλλού καρδιές πολλές αυτός ο πρωτομάστορας, ο πολυσύνθετος συνεχιστής της Κρητικής μουσικής παράδοσης. Ένας ασυνήθιστος φάκελος έφθασε κάποτε στη Σητεία εκεί στο εμπορικό του κατάστημα, όπου τον έβρισκες πάντα χαρωπό και πληθωρικό, ορμητικό και πρόσχαρο. Αποστολέας του φακέλου και ενός διθυραμβικού γράμματος ήταν ένας.... Βούλγαρος θαυμαστής του, που δεν ήξερε μεν τον τόπο κατοικίας του Δερμιτζογιαννη, θυμόταν όμως το όνομα του και έγραψε στο φάκελο: Προς ΔΕΡΜΙΤΖΟΠΑΝΝΗ-ΕΛΛΑΔΑ...Και το γράμμα τον βρήκε, ο κόσμος ήξερε και αγαπούσε τον μεγάλο βάρδο, που αναφερόταν με πολύ καμάρι στο γεγονός, τονίζοντας, όχι κυρίως την εμβέλεια και την δική του καλλιτεχνική αξία, αλλά τη δύναμη και τη συνέχεια, την ευνοϊκή αποδοχή της Κρητικής μουσικής παράδοσης από τον κόσμο»! ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΟΥΛΓΕΡΑΚΗΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ. Ο μεγάλος Κρητικός, έφυγε από κοντά μας το Μάη του 1984, κάνοντας ακόμα πιο μεγάλο το κενό στην μουσική παράδοση!


«Κρήτη μητέρα τσι αρχοντιάς της λευτεριάς δασκάλα,
που γράφεται η ιστορία σου κάθε φορά με μπάλα.
Κρήτη που είσαι αρχόντισσα το δείχνουν τα βουνά σου
Θεριά σε πολεμήσανε μα πέσανε μπροστά σου»