Σάββατο 24 Μαΐου 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΟΓΚΟΣ-ΜΠΑΓΙΑΝΤΕΡΑΣ

Όταν ακούμε την καντάδα
"Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει", σκεφτόμαστε ένα όνομα! ΜΠΑΓΙΑΝΤΕΡΑΣ!
Συνθέτης, στιχουργός, αλλά και ερμηνευτής!
Ο Γκόγκος, γεννήθηκε στον Πειραιά το 1902.
Ο πατέρας του ήταν από τον Πόρο, και η μητέρα του από την Ύδρα!
Ο Γκόγκος , ήταν μέλος πολυμελούς οικογένειας, και κυριολεκτώ στον όρο "πολυμελής", αφού είχε εικοσιένα (21!) αδέλφια!
Με την μουσική, ασχολήθηκε από μικρός.
Στην αρχή έπαιζε μαντολίνο, μετά βιολί, και τέλος μπουζούκι!
Γύρω στα 1925, διασκεύασε μια Ιταλική οπερέτα (Μπαγιαντέρα),για λαϊκή ορχήστρα, με μπουζούκι και μαντολίνο.
Αυτή ήταν η αφορμή για το παρατσούκλι "ΜΠΑΓΙΑΝΤΕΡΑΣ"!
Αυτή τη χρονιά, άρχισε και την ενασχόληση του με το μπουζούκι, συνθέτοντας, γράφοντας στίχους, και τραγουδώντας!
Η κατοχή, βρίσκει τον Μπαγιαντέρα στο πάλκο (όπως και πολλούς ρεμπέτες), αλλά το 1941, τυφλώθηκε.
Παρόλη την αναπηρία του, εξακολουθούσε να εργάζεται σε διάφορα λαϊκά συγκροτήματα, και αργότερα μόνος του, γυρνώντας από ταβέρνα σε ταβέρνα, με τη βοήθεια της κόρης του! Γύρω στα 1963, ο Μπαγιαντέρας κατέβηκε από το Πάλκο.
Επανεμφανίστηκε μετά από εννέα χρόνια, το 1972, αρχικά σε μια τιμητική για αυτόν βραδιά, την ίδια χρονιά σε δυο συναυλίες με δικά του τραγούδια, και σε μια παρουσίαση ρεμπέτικων και Σμυρνέικων τραγουδιών, την οποία διοργάνωσε ο δημοσιογράφος και ερευνητής Τάσος Σχορέλης, ο οποίος εξέδωσε και τους τέσσερις τόμους της "ΡΕΜΠΕΤΙΚΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ"!
Ο Μπαγιαντέρας, πέρασε και αυτός δύσκολα χρόνια στη νύχτα, με καρδιοχτύπια, φυλακή, κλπ!
Πριν το 1940, ο Γκόγκος είχε ήδη γράψει εκπληκτικά τραγούδια, τα οποία είχαν γίνει επιτυχίες!
Ο Γκόγκος, είχε στα τραγούδια του ένα ξεχωριστό "στυλ", και στη μουσική, αλλά και στο στίχο! Θα μπορούσαμε πολλά από τα τραγούδια του να τα χαρακτηρίσουμε "Ρεμπέτικη Ρομάντζα"!
Σαν άνθρωπος, ο Μπαγιαντέρας ήταν "ζόρικος"!
Στα νιάτα του ασχολήθηκε με την Ελληνορωμαϊκή Πάλη, στην οποία μάλιστα ήταν καλός! Έκανε σπουδές, και συγκεκριμένα σπούδασε ηλεκτρολόγος, αλλά παρόλο που ολοκλήρωσε τις σπουδές του, δεν ασχολήθηκε καν με το επάγγελμα, γιατί τον απορρόφησε η μουσική!

ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Σπύρος Καλφόπουλος είναι ένας δημιουργός που σαν όνομα δεν «ακούστηκε» πολύ.
Παρόλα αυτά υπήρξε ένας πολύ καλός μπουζουξής, και συνθέτης από το 1945 και μετά.
Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.
Ο Σπύρος Καλφόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1923, από γονείς Μικρασιάτες.
Ξεκίνησε να παίζει μπουζούκι και να τραγουδάει σε ηλικία 16 χρονών.
Δάσκαλος του ήταν ο Κοσμάς Κοσμαδόπουλος.
Τα πρώτα του τραγούδια ο Καλφόπουλας τα έγραψε το 1945 – 46, και τα τραγούδησε σε δίσκους η γνωστή Λαϊκή ερμηνεύτρια Σούλα Καλφοπούλου, η αδελφή του.
Ο Καλφόπουλος δεν δίσταζε να εκφράζει τον θαυμασμό του για τους διάφορους μουσικούς συναδέλφους του.
Έλεγε.
«Ο Περιστέρης, έπαιζε δέκα όργανα.
Αρκούσε να πιάσει ένα όργανο στα χέρια του, και σε λίγες μέρες ήταν άφθαστος.
Ήταν μουσικός μεγαλοφυΐα!
Το ίδιο και ο Μήτσος Σέμσης (Σαλονικιός) που έπαιζε βιολί.
Το 1950 ο Καλφόπουλος βοήθησε τον αξέχαστο Στέλιο Καζαντζίδη να «σταθεί» πιο γερά στο τραγούδι.
Ο Καλφόπουλος, όπως πολλοί (αν όχι όλοι) μεγάλοι του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, εργάστηκε στη νύχτα κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Ο ίδιος είχε πει χαρακτηριστικά:
«Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να δουλέψουμε σε συνθήκες που τις σιχαινόμαστε.
Αλλά τι να κάνουμε;
Έτσι μια φορά πήγα να δουλέψω σε κάποιο μαγαζί.
Εκεί συνάντησα ένα σπουδαίο παιδί, και φίλο μας, τον μπουζουξή Χρήστο Παλέντζα.
Πέθανε δυστυχώς πολύ νέος.
Είναι αυτός που έγραψε το «Δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι»!
Τον είδα στενοχωρημένο, και τον ρώτησα τι έχει.
Άστα ρε Σπύρο, μου είπε.
Θα αρρωστήσω από το κακό μου.
Δεν είναι δουλειά αυτή. Εδώ μέσα πάει κι έρχεται το μαύρο.
Καθίσαμε δυο τρεις μέρες, και σηκωθήκαμε και φύγαμε και οι δυο»!
Ο Σπύρος Καλφόπουλος συνεργάστηκε με έναν άλλο μεγάλο του τραγουδιού, τον Χαράλαμπο Βασιλειάδη, η Τσάντα.
Εκτός από συνεργάτες ήταν και φίλοι, και μάλιστα ο Τσάντας παρουσίασε τον Καλφόπουλο στην Νίνου!
Να πως περιέγραψε ο ίδιος τη γνωριμία του με την Νίνου.
«Μια μέρα ο Τσάντας μου σύστησε τη Νίνου.
Αυτός την πρωτοανακάλυψε. Ήταν τότε που ο Ζέρβας έστειλε 17000 εξορία!
Δυστυχώς προσωπικές περιπέτειες δεν με άφησαν να τελειώσω τη δουλειά που είχα βάλει μπροστά μαζί της.
Ετοιμάζαμε τραγούδια για δίσκο.
Έτσι ο Τσάντας που ήταν φίλος μου την πήγε στον Χιώτη».
Ο Σπύρος Καλφόπουλος υπήρξε σ’ όλη του τη ζωή την καλλιτεχνική γνήσιος εκφραστής του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού.
Τα τραγούδια του τα ερμήνευσαν μεγάλοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες.
Όμως πρέπει να κάνω και μια διόρθωση.
Κάπου διάβασα (δεν θυμάμαι που), ότι ο Καλφόπουλος και η αδελφή του η Σούλα Καλφοπούλου δούλευαν μαζί στα νυχτερινά κέντρα.
Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η Σούλα Καλφοπούλου ΔΕΝ δούλεψε ΠΟΤΕ στο πάλκο.
Ήταν ερμηνεύτρια δισκογραφίας.
Ο Καλφόπουλος και η αδελφή του ξεχαστήκαν από όλους.
Δεν είναι οι μόνοι.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΜΣΗΣ- (ΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ)

Ένας «θρύλος» της Ελληνικής μουσικής, του Δημοτικού, και του ρεμπέτικου τραγουδιού.
Ένας μουσικός, που ακόμα και σήμερα πολλοί θέλουν να του μοιάσουν.
Ο Δημήτρης Σέμσης γεννήθηκε στην Στρόμνιτσα γύρω στα 1880. Καταγόταν από οικογένεια στενά συνδεδεμένη με την μουσική, καθώς και ο πατέρας του Μιχελιός Σέμσης, και ο παππούς του ήταν κατασκευαστής βιολιών.
Έτσι ο Δημήτρης, έπαιζε βιολί από μικρός.
Παρολες τις έρευνες, δεν κατέστη δυνατό να μάθουμε από ποιον έμαθε να διαβάζει και να γράφει νότες ο Σέμσης,
Το 1896 περιόδευσε με ένα τσίρκο σ’ όλη την Τουρκία, στην Περσία, την Αραβία, την Αίγυπτο, την Αιθιοπία, την Σερβία, και σε άλλες χώρες, και απέκτησε ακούσματα από τις μουσικές όλων αυτών των χωρών.
Λέγεται ότι έπαιξε κάποτε στο «σεράι» του Σουλτάνου Αμπτούλ Χαμίτ, ο οποίος κατενθουσιάστηκε από την δεξιοτεχνία του Σέμση, και είπε σε όλες τις γυναίκες να βγάλουν τους φερετζέδες και να τον ακούσουν με ακάλυπτα πρόσωπα.
Του δώρισε μετά απ’ αυτό και έναν ασημένιο καβαλάρη που τον φιλάνε τα εγγόνια του σαν κειμήλιο.
Το 1921, σε ηλικία 40 ετών παντρεύτηκε την δεκαεπτάχρονη Δήμητρα Κανούλα.
Το όνομα του Σαλονικιού είχε μαθευτεί σε όλη την Ελλάδα ως κορυφαίου μουσικού, και ήταν περιζήτητος στους γάμους στα πανηγύρια, και στις ταβέρνες.
Οι παλιοί έλεγαν μάλιστα, ότι σε κανένα συγκρότημα δεν έπεφτε η «χαρτούρα» που έπαιρνε ο Σαλονικιός.
Το 1926, με την ίδρυση της COLUMBIA και της HIS MASTER VOICE ο Θεμιστοκλής Λαμπρόπουλος (πρόεδρος της εταιρίας) τον προσέλαβε ως καλλιτεχνικό διευθυντή της εταιρίας.
Ο Σαλονικιός είχε την αρμοδιότητα να επιλέγει τους μουσικούς, τους τραγουδιστές, τα τραγούδια, αλλά και να κάνει και την ενορχήστρωση.
Όπως προανέφερα, γνώριζε από παρτιτούρες, πράγμα σπάνιο για εκείνη την εποχή που οι περισσότεροι μουσικοί και οι συνθέτες ήταν «πρακτικοί».
Έτσι ο Σαλονικιός έγραφε και επιμελείτο τα τραγούδια, και όταν αυτά είχαν «ελλείψεις» επενέβαινε.
Σαν εκτελεστής, έπαιξε σε χιλιάδες δίσκους όλων των επώνυμων (Χιώτη, Γούναρη, Βέμπο, Στελλάκη Περπινιάδη, Τούντα, Βαμβακάρη, Παγιουμτζή, Εσκενάζυ, Αμπατζή, Παπάζογλου, Αττίκ, και άλλων). Μεγάλη όμως είναι η συμμετοχή του στα τραγούδια που ερμήνευσε η Ρίτα Αμπατζή, και η Ρόζα Εσκενάζυ.
Σε δεκάδες τραγούδια φωνάζει η Ρόζα «Γεια σου Σαλονικιέ μου».
Ο Σαλονικιός είναι Ιδρυτικό μέλλος του Συνδέσμου Μουσικών Αθηνών – Πειραιώς «Η ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑ» που ιδρύθηκε το 1928.
Μετά την κατοχή ο Σαλονικιός συνέχισε την καριέρα του συνεργαζόμενος με τον Χιώτη, τον Τσιτσάνη, και την Γεωργακοπούλου.
Το 1948, ένα απρόσμενο γεγονός (ο θάνατος του 18 χρονου γιου του Νίκου) τον λυγίζει, και δεν αντέχει πολύ.
Στις 19 Ιανουαρίου 1950 ο μεγάλος βιολιστής έφυγε για πάντα.
Την σκυτάλη πήρε ο μεγαλύτερος γιος του Μιχάλης, ο οποίος διατέλεσε για πολλά χρόνια πρώτο βιολί της Κρατικής Ορχήστρας της ΕΡΤ, ενώ το 1980 ίδρυσε την ορχήστρα εγχόρδων «Ελληνική Καμεράτα».
Ο Μιχάλης Σέμσης πέθανε το 1987, και την παράδοση της οικογένειας συνεχίζει ο γιος του Δημήτρης Σέμσης.
Έτσι, το μεγάλο όνομα του Σαλονικιού συνεχίζεται.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης γεννήθηκε το 1917 στον Πειραιά και είναι παιδί πολύτεκνης οικογένειας (ήταν έξι αδέλφια).
Η επαφή του με το μπουζούκι και το ρεμπέτικο έγινε όταν ήταν σε ηλικία δέκα χρονών.
Απέναντι από το σπίτι του ήταν το «χοροδιδασκαλείο» του Μπάτη, και ο μικρός Γενίτσαρης πήγαινε και «γύριζε» την Λατέρνα που είχε ο Μπάτης, και χόρευαν οι πελάτες του μαγαζιού.
Το μεροκάματο του ήταν δέκα δραχμές, ενώ όταν είχε δουλειά το μαγαζί, έπαιρνε είκοσι.
Ο Γενίτσαρης μεγάλωσε μαζί με το γιο του Μπάτη, τον Θανάση, και εκτός αυτού μεγάλωσε μέσα στην «πηγή» του ρεμπέτικου.
Όλα τα τραγούδια που άκουγε στο «χοροδιδασκαλείο» του Μπάτη, τα «ρουφούσε» σαν σφουγγάρι, και όταν πήγαινε στο σπίτι του, έπαιρνε ένα μπαγλαμαδάκι που είχε ο πατέρας του, και έπαιζε τα τραγούδια που είχε ακούσει πριν στο μαγαζί του Μπάτη.
Βέβαια αυτό το έκανε κρυφά, μέχρι που κάποια στιγμή τον έπιασε ο πατέρας του, και τον έσπασε στο ξύλο.
Αυτό ο μικρός Γενίτσαρης το πήρε πολύ «βαριά», και εκείνο το βράδυ δεν πήγε να κοιμηθεί σπίτι του (κοιμήθηκε στην γιαγιά του).
Με τα πολλά ο πατέρας του «μαλάκωσε», και του είπε ότι αν πηγαίνει σχολείο να μάθη γράμματα, θα τον άφηνε να παίζει μπαγλαμαδάκι.
Ο Μιχάλης, σχολείο πήγαινε, αλλά γράμματα (όπως λέει στην αυτοβιογραφία του) δεν μάθαινε, ενώ στο μπαγλαμαδακι «θριάμβευε».
Σε ηλικία δώδεκα χρονών, ο Γενίτσαρης βρισκόταν ακόμα στην Τρίτη τάξη.
Αντί να πηγαίνει σχολείο τα πρωινά, πήγαινε απέναντι απ’ το σπίτι του, στο μαγαζί του Μπάτη, και εκεί με το φίλο του Θανάση (μια και έλειπε ο Μπάτης) κατέβαζαν από τους τοίχους τα μπουζούκια και τους μπαγλαμάδες και έπαιζαν διάφορα τραγούδια.
Σε ηλικία 15 χρονών, πιάνει δουλειά σε ένα λεβητοποιείο, και μαζεύοντας λεφτά, αγοράζει από τα παλιατζίδικα ένα μπουζούκι, το οποίο πια έγινε το μεράκι του.
Στην ίδια ηλικία, και αφού με φίλους του είχε κάνει μια «κανταδόρικη» κομπανία, γράφει και το πρώτο του τραγούδι, το οποίο είναι επιτυχία ακόμα και σήμερα.
Εγώ μάγκας φαινόμουνα να γίνω από μικράκι
Κατάλαβα τα έξυπνα κι έμαθα μπουζουκάκι..
Από τις καντάδες στους δρόμους, βρέθηκε αυτός και η παρέα του να τραγουδάνε σε διάφορες ταβέρνες για το κέφι τους.
Μετά από προτροπή ενός φίλου του, αλλά και αφού συμβουλεύτηκε τον Μπάτη, πήγε στην «Κολούμπια», όπου συνάντησε τον Παναγιώτη Τούντα, τον μαέστρο της εταιρίας, ο οποίος τον έβαλε να παίξει για να τον ακούσει (κάτι σαν ακρόαση).
Ο Γενίτσαρης έπαιξε το «Εγώ μάγκας φαινόμουνα», και ένα ακόμα τραγούδι, και ο Τούντας του έκλεισε ραντεβού για «φωνογράφηση»!
Έγινε η φωνοληψία, και σε δέκα μέρες κυκλοφόρησε ο δίσκος, πράγμα που έκανε το Γενίτσαρη να χαρεί πολύ ακούγοντας το τραγούδι του στα γραμμόφωνα.
Αντίθετα, οι γονείς του έλεγαν ότι τους «ξεφτίλισε».
Το ξεκίνημα είχε γίνει στο τραγούδι, αλλά και σε μια πολυτάραχη ζωή, με «μαγκιές», «τσαμπουκάδες», εξορίες, με κυνηγητά, και με την κατοχή, στην οποία ο Γενίτσαρης έγραψε ακόμα ένα τραγούδι, που έμελε να σημαδέψει εκείνες τις μαύρες μέρες.
Ζηλεύουνε δε θέλουνε ντυμένο να με δούνε
Μπατίρη θέλουν να με δουν για να ευχαριστηθούνε κλπ!
Ο γνωστός «Σαλταδόρος», ένα τραγούδι «εθνικό Ύμνο» (όπως είχε πει ο Γενίτσαρης, που όλα τα πάλκα το έπαιζαν.
Ακολούθησαν πολλές επιτυχίες, πολλές συνεργασίες με μεγάλους του ρεμπέτικου, και πάνω απ’ όλα, πολλά τραγούδια που αποτέλεσαν και αυτά κομμάτια της ρεμπέτικης ιστορίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ

Ο Γιάννης κυριαζής γεννήθηκε το 1915 στην Καβάλα.
Εκεί, παράλληλα με το σχολείο άρχισε και μαθήματα κλασικής κιθάρας. Γύρω στα 1937-38, η οικογένεια του μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη, όπου λίγο αργότερα ο Κυριαζής κάνει γνωριμίες με τους μεγάλους του ρεμπέτικου (Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, και άλλους)!
Αυτές οι γνωριμίες, αλλά και τα τραγούδια, τον έκαναν να αφοσιωθεί και αυτός στο ρεμπέτικο!
Μάλιστα ο Τάσος Σχορέλης στο βιβλίο του, αναφέρει ότι «αποφασιστική για την ζωή του Κυριαζή, στάθηκε η γνωριμία του με τον Γιάννη Παπαϊωάννου».
Ο Κυριαζής αφήνει την Θεσσαλονίκη το 1946, και πηγαίνει στην Αθήνα, όπου και ξεκίνησε να δουλεύει σε διάφορα συγκροτήματα.
Αρχικά δούλεψε σαν κιθαρίστας, και μετά σαν τραγουδιστής, ενώ παράλληλα έγραφε και δικά του τραγούδια.
Δυστυχώς, πολλά από τα τραγούδια του που συνέθεσε, κυκλοφόρησαν με τα ονόματα άλλων συνθετών.
Από τα στοιχεία που υπάρχουν τόσο από την έρευνα του Τάσου Σχορέλη, όσο και άλλων ερευνητών, έχουμε την εξής εικόνα για τον Γιάννη Κυριαζή.
Ο Κυριαζής ήταν «αγνός», και σαν χαρακτήρας ασυμβίβαστος.
Αυτά τα προσωπικά στοιχεία ίσως να ήταν η αιτία που πολλά από τα τραγούδια του έμειναν «αγραμμοφώνητα».
Οι ταλαιπωρίες της ζωής, κατέστρεψαν την υγεία του. Για πολλά χρόνια βασανιζόταν από φυματίωση, αρρώστια που τον εμπόδισε στην καλλιτεχνική του πορεία.
Σας μεταφέρω ενα απόσπασμα από την κουβέντα του Κυριαζη με τον Τάσο Σχορέλη.
«Στη ζωή μου στάθηκα μακριά από αυτό που λέγεται εμπόριο.
Δεν το επεδίωξα ποτέ, γιατί κι αν το έκανα, σίγουρα θα αποτυχαινα και εκεί.
Όλη μου η ζωή κλείνεται σε τρεις λέξεις. Αγώνας, τραγούδι, έρωτας.
Εγώ δεν είμαι από ‘κείνους που φοβούνται μπας και τους χαλάσουν τη διαγωγή.
Για να καταλάβεις, με ρώτησε κάποιος «κύριε Κυριαζή, ήπιατε ποτέ ναρκωτικά»;
Και του απάντησα:
Ένα βαπόρι χασίσι, και μια στέρνα πιοτά κάθε είδους.
Τι θα άλλαζε δηλαδή αν έκανα την Αρσακειάδα σαν μερικούς που όταν τους ρωτάς για χασίσι ψάχνουν να βρουν τους πεθαμένους για να ρίξουν πάνω τους το χασίσι που φουμάρανε αυτοί;
Έχω σαράντα χρόνια στο τραγούδι θητεία.
Δεν έχω μια!
Κι όμως υπάρχουν κάτω του μετρίου καλλιτεχνάκια, με σαράντα μήνες θητεία που βρίσκονται στα ύψη με μισθό παραμυθένιο.
Με ρώτησε κάποιος μήπως τα σκόρπαγα τότε που τα ‘παιρνα .
Όχι. Δεν τα σκόρπαγα, γιατί ποτέ δεν τα πήρα χοντρά.
Ούτε εταιρία ήμουν ούτε αφεντικό.
Για να ανεβείς ψηλά, πρέπει να περάσεις πολλές πόρτες χαμηλές και στενές και να σκύβεις, και να σου βάλουν δάχτυλο από πίσω για να σε στριμώξουν.
Όταν το κάνεις, τότε φτάνεις στα σαλόνια.
Δύναμη του λαϊκού τραγουδιού είναι ότι αντλείται από τον λαό και σ’ αυτόν επιστρέφει, και γι αυτό δεν μπορούν να το πολεμήσουν.
Το 1937 μπήκα στο καράβι στη Θεσσαλονίκη για να πάω στον Πειραιά.
Ήταν εποχή που ήταν μεγάλη επιτυχία η Φαληριώτισσα.
Με το ίδιο καράβι γύρναγαν στον Πειραιά ο Παπαϊωάννου με τον Στεφανάκη (τον Σπιτάμπελο).
Όλη νύχτα παίζαμε και γίναμε φίλοι.
Δούλεψα πολλές φορές με τον Παπαϊωάννου και άλλους, κάθε φορά που ανέβαιναν Θεσσαλονίκη μέχρι τις αρχές της κατοχής.
Τότε ήταν που δούλεψα και με τον Τσιτσάνη σε ένα μαγαζί λίγο παρά έξω από το Ντεπό, κοντά στο σπίτι της γυναίκας του της Ζωής.
Ο Τσιτσάνης έπαιζε περίφημο μπουζούκι.
Τέτοιο παίξιμο, ούτε ακούστηκε, ούτε θα ξανακουστεί».
Ο Γιάννης Κυριαζής είχε ένα μεγάλο παράπονο. Όταν πήγε στην Αθήνα, παιδεύτηκε πολύ να βρει δουλειά, και αυτό γιατί όπως είπε ο ίδιος «οι άνθρωποι που τα πίναμε παρέα στη Θεσσαλονίκη και κάνανε τον φίλο, στην Αθήνα ‘κάναν πως δεν με ξέρανε.
Ξέρεις, για να σε πάρουμε στο μαγαζί μου λέγανε, πρέπει να είσαι γνωστός, να σε ξέρει ο κόσμος και τα αφεντικά και ‘σένα δεν σε ξέρουν.
Βλέπεις οι χάρτινες βεντέτες δεν σε παίρνουν κοντά τους για να μην τους επισκιάσεις.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ

Ένας ακόμα μεγάλος του Ρεμπέτικου, είναι και ο Γιώργος Μπάτης, η Αμπάτης, η Τσωρός.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, το «Μπάτης» ηταν ψευδώνυμο, παρατσούκλι, που το πήρε «κληρονομιά» ο Γιώργος από τον πατέρα του.
Γιώργος Τσωρός ηταν το κανονικό του ονοματεπώνυμο, και έχει ενδιαφέρον να δούμε πως έγινε το παρατσούκλι «Μπάτης».
Ο πατέρας του, που έκανε όπως οι περισσότεροι της εποχής ευκαιριακά μεροκάματα, κάποτε, μόλις πληρώθηκε από τη δουλειά του, πήγε στη θάλασσα, και αφού έβγαλε από την τσέπη του τα χρήματα, τα κούνησε στον αέρα, και είπε: «Αν δεν σας φάω, να με πάρει ο μπάτης»!
Αυτή είναι η ιστορία για το παρατσούκλι, η οποία όμως έχει πολλές «παραλλαγές» ανάλογα με τον αφηγητή της εκείνη την εποχή.
Ο Γιώργος Μπάτης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1890.
Έπαιζε πολύ καλό μπαγλαμά, και είχε δημιουργήσει μάλιστα και δικό του «χοροδιδασκαλείο» στη Δραπετσώνα.
Σαν καλλιτέχνης, είναι από τους πρώτους ρεμπέτες μουσικούς, από τους πρώτους συνθέτες της προπολεμικής εποχής.
Έπαιζε μπαγλαμά από το 1915, και είναι ένα από τα μέλη της Τετράδος, της Ξακουστής του Πειραιώς, της πρώτης επίσημης Ρεμπέτικης Κομπανίας.
Η πρώτη τους εμφάνιση έγινε το 1934.
Μέχρι που κάηκε του Καραϊσκάκη, ο Μπάτης είχε εκεί ένα καφενείο στο οποίο σύχναζαν όλοι οι μάγκες.
Έκανε πάρα πολλές δουλειές.
Πουλούσε φάρμακα για τους κάλους και τα δόντια, έκανε το μικροπωλητή, είχε ενεχυροδανειστήριο, έκανε τον «οδοντίατρο», κλπ.
Όλα αυτά τα συνδύαζε με πολύ καλαμπούρι, και πολλές πλάκες, οι οποίες άφησαν εποχή.
Ο Μπάτης μέχρι το θάνατο του το 1967, έπαιζε και τραγουδούσε πότε με συγκροτήματα, και πότε μόνος του.
Οι παλιοί όσοι τον είχαν γνωρίσει, τον θυμόταν πάντοτε καλοντυμένο να παίζει στα λεμονάδικα καθισμένος πάνω σε ένα καρότσι.
Αχώριστος σύντροφος του Μπάτη, ηταν το μπαγλαμαδάκι του ο «ΜΑΓΚΑΣ», που του τον είχε φτιάξει ένας καταπληκτικός οργανοποιός, ο Τσακιριάν!
Ο Μπάτης όπου πήγαινε κουβαλούσε μαζί του το μπαγλαμαδακι του, κρυμμένο πάντα στη μέσα τσέπη του σακακιού του.
Ο Γιώργος Μπάτης, η Αμπάτης, η Τσωρός, πήγε «άδοξα» όπως οι περισσότεροι ρεμπέτες.
Ο Τσακιριάν μιλώντας για τον Μπάτη, τον χαρακτήρισε «ΡΗΓΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ».
Όταν θάψανε τον Μπάτη στην κάσα του ‘βαλαν το αγαπημένο του μπαγλαμαδάκι.
Ο Γιώργος Μπάτης άφησε πίσω του αρκετά τραγούδια που ακόμα και σήμερα τα ακούμε σε νεώτερες εκτελέσεις.
Ας θυμηθούμε μερικά από αυτά.
«ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΡΑΔΙΚΙ, ΑΤΣΙΓΓΑΝΑ, ΒΑΡΚΑ ΜΟΥ ΜΠΟΓΙΑΤΙΣΜΕΝΗ, ΒΛΕΠΩ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΑΡΕΑ, ΖΟΥΛΑ ΣΕ ΜΙΑ ΒΑΡΚΑ ΜΠΗΚΑ(ο τίτλος του δίσκου είναι «Ζειμπεκάνο Σπανιόλο»), Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, ΚΑΜΗΛΙΕΡΙΚΟ, ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ, ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΓΥΑΛΟ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ, ΜΑΓΚΕΣ ΚΑΡΑΒΟΤΣΑΚΙΣΜΕΝΟΙ, και άλλα πολλά.