Πάει πολύς καιρός που έκανα αφιέρωμα στον «ΑΡΧΑΓΓΕΛΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ», και πολλοί φίλοι με παρότρυναν να το επαναλάβω,λόγο των ημερών για να το διαβάσουν και τα νέα παιδιά, τα οποία ψάχνουν τις Ιστορικές Στιγμές, αλλά και τις Ιστορικές ΜΟΡΦΕΣ του Ελληνικού τραγουδιού.
Μια από αυτές τις μορφές, είναι ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ, και λέω είναι, γιατί δεν έφυγε στιγμή από κοντά μας.
Πάμε να γνωρίσουμε τον βίο του, που αν και «σύντομος», μπήκε στην «αιωνιότητα». Γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1936 στα Ανώγεια της Κρήτης .
Είναι 5 χρονών όταν οι κατακτητές Γερμανοί καίνε το χωριό του και μεταφέρουν τους κατοίκους του, πρόσφυγες στο Μυλοπόταμο.
Επιστρέφουν στ ΄Ανώγεια μετά την απελευθέρωση.
Επιστρέφουν στ ΄Ανώγεια μετά την απελευθέρωση. Από πολύ μικρός δείχνει την κλίση του στο τραγούδι και στη λύρα. Στα δώδεκα ο πατέρας του τού αγοράζει την πρώτη του λύρα για να εξελιχθεί πολύ γρήγορα σ΄ έναν από τους πλέον περιζήτητους σε γάμους, βαφτίσια και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις, οργανοπαίχτες και τραγουδιστές της περιοχής του.
Σε ηλικία 17 χρόνων κατεβαίνει για πρώτη φορά να δουλέψει στο Ηράκλειο, στο κέντρο " Κάστρο".
Όπως λέει αργότερα σε αφηγήσεις του, εκεί αρχικά τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. '...
Εις τα ορεινά χωριά της Κρήτης δεν ημπορούσε να εισχωρήσει αυτό που εισχώρησε στις πόλεις.
Εκεί χόρευαν ταγκά, βαλς, ρούμπες, σάμπες και είμαστε υποχρεωμένοι εμείς να τα μαθαίνουμε αυτά τα τραγούδια, να τα παίζουμε στα πανηγύρια και στους γάμους, για να μπορούμε να ζήσουμε και ΄μεις, να βγάλουμε τα έξοδα μας και να τους κάνουμε σιγά-σιγά ν΄ αλλάξουνε και να αγαπήσουνε την κρητική μουσική'.
Στα τέλη του 1958 πραγματοποιεί την πρώτη του ηχογράφηση για δίσκο.
Είναι το τραγούδι " Κρητικοπούλα μου"("μια μαυροφόρα όταν περνά"). Λίγους μήνες πιο πριν είχε παντρευτεί την Ουρανία Μελαμπιανάκη ,κόρη ευκατάστατης οικογένειας του Ηρακλείου.
Εγκαθίστανται στο Ηράκλειο οι οικονομικές δυσκολίες είναι στην αρχή μεγάλες.
Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί, ο Γιώργος, και 6 χρόνια μετά το δεύτερο, η Ρηνιώ.
Την επιτυχία του πρώτου εκείνου τραγουδιού ακολουθούν αρκετές ακόμα ηχογραφήσεις σε μικρά δισκάκια.
Την επιτυχία του πρώτου εκείνου τραγουδιού ακολουθούν αρκετές ακόμα ηχογραφήσεις σε μικρά δισκάκια. Ακριβώς το 1966 βγαίνοντας για πρώτη φορά από την Ελλάδα, συμμετέχει σ΄ ένα φολκλορικό φεστιβάλ στο Σαν-Ρέμο και να παίρνει το πρώτο βραβείο.
Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο το πρώτο κρητικό κέντρο τον "Ερωτόκριτο". Τα πράγματα έχουν γίνει αισθητικά καλύτερα γι΄ αυτόν.
Τον Φεβρουάριο του 1969 ηχογραφεί την ανοιχτή "Ανυφαντού", ένα τραγούδι που κυριολεκτικά "σπάει τα ταμεία" μέσα στην παραδοσιακή δισκογραφία της εποχής. Τον Απρίλη εκείνης της χρονιάς έρχεται για πρώτη φορά για εμφανίσεις στην Αθήνα, στο κέντρο "Κονάκι" και το Σεπτέμβριο εγκαθιστάτε μόνιμα στην πρωτεύουσα.
Ο σκηνοθέτης Ερρίκος Θαλασσινός ,με τον οποίο γνωρίζονται στο "Κονάκι", μιλάει γι΄ αυτόν στον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, Ήδη όμως από το 1965 οι δυνατότητες του αλλά και ο χαρακτήρας του έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον του διευθυντή -τότε- της δισκογραφικής εταιρείας COLUMBIA, του Τάκη Λαμπρόπουλου.
Μετά και την επιτυχία της "Ανυφαντούς", το καλοκαίρι του 1970 ο Λαμπρόπουλος κατεβαίνει μαζί του στ΄ Ανώγεια, γίνονται κουμπάροι και ξεκινούν μια συνεργασία σε νέα πλαίσια.
Πέρα από τα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης η φωνή του Ξυλούρη θα περάσει στη σύγχρονη "έντεχνη" δημιουργία επώνυμων συνθετών.
Μέσω απ' αυτές τις επιλογές, μέλλεται η γνήσια κρητική έκφραση και το παραδοσιακό τραγούδι της Κρήτης να αποκτήσουν μια πανελλήνια εμβέλεια, μια δυναμική που ποτέ δεν είχαν στο παρελθόν, όσο μεγάλοι κι αν ήταν οι καλλιτέχνες, τραγουδιστές κι οργανοπαίχτες που την υπηρέτησαν.
Με τον Γιάννη Μαρκόπουλο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο "Χρονικό", μια ενότητα τραγουδιών που θέτει σε νέα βάση τη σχέση της παράδοσης με το παρόν. Έξι μήνες μετά κυκλοφορεί ο δίσκος-αναφορά στα "Ριζίτικα" της Κρήτης.
Τον Μάιο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στην μπουάτ "Λήδρα" στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. "Πότε θα κάνει ξαστεριά" ,"Αγρίμια κι αγριμάκια μου"...Ακολουθούν δυο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η "Ιθαγένεια" και ο "Στρατής ο θαλασσινός" αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο ("Διόνυσε καλοκαίρι μας", "Συλλογή"), τον Χριστόδουλο Χάλαρη ("Τροπικός της παρθένου", "Ακολουθία") και τον Χρήστο Λεοντή ("Καπνισμένο τσουκάλι").
Τον Μάιο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στην μπουάτ "Λήδρα" στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. "Πότε θα κάνει ξαστεριά" ,"Αγρίμια κι αγριμάκια μου"...Ακολουθούν δυο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η "Ιθαγένεια" και ο "Στρατής ο θαλασσινός" αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο ("Διόνυσε καλοκαίρι μας", "Συλλογή"), τον Χριστόδουλο Χάλαρη ("Τροπικός της παρθένου", "Ακολουθία") και τον Χρήστο Λεοντή ("Καπνισμένο τσουκάλι"). Το καλοκαίρι του 1973 κρατά τον καθοριστικό ρόλο τραγουδιστή σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο "Αθήναιον" με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Είναι "Το μεγάλο μας τσίρκο" .
Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Είναι από τις ελάχιστες επώνυμες παρουσίες στο χώρο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών.
"Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν χτες στο Πολυτεχνείο" ενημερωνουν, μετατρέποντας τον ήδη φορτισμένο πολιτικά τραγουδιστή σε "Κόκκινο πανι" της μεταλλαγμένης δικτατορικής κυβέρνησης που ακολουθεί.
Από τη "Λύδρα" στην "Αρχόντισσα", μετά στην "Αποσπερίδα".
Ξανά στη "Ληδρα", μετά στο "Κύτταρο" και στο "Θεμέλιο".
Είναι οι έξι σταθμοί του στις μπουάτ μέχρι το 1979. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Παράλληλα ηχογραφεί τα "Αντιπολεμικά" τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη.
Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη.
Με τον "Αργαλειό", το "Φιλεντέμ", τον "Πραματευτή" αλλά και το "Μεσοπέλαγα αρμενίζω" ακούγεται ξανά έντονα η φωνή του.
Τώρα λέει και πάλι "τραγούδια ζωής".
Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται.
Ύστερα από ταλαιπωρία ενός χρόνου με την επάρατη νόσο, φεύγει για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου του 1980.
(Πηγή βιογραφικού το site που έκανε ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ, ένας δραστήριος και Μερακλής Κρητικός).






Τι μας φταίει η φουρτούνα όταν δεν μας κόβει και βγαίνουμε στα ανοιχτά με μπουρίνι, η όταν τα κύματα καταστρέφουν λιμενικές εγκαταστάσεις οι οποίες έγιναν πρόχειρα;
Τα τελευταία χρόνια, ακούμε πολύ συχνά για ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά δεν κοιτάμε ότι ενώ συμβαίνουν με τα όποια αποτελέσματα, δεν κάνουμε κάτι για να τα αντιμετωπίσουμε, για να τα προλάβουμε.
Και βλέπουμε με μια μπορα πόλεις να μετατρέπονται σε λίμνες.
Ποιος φταίει;
Η μπορα ρε παιδιά.
Δεν φταίει ο δήμος που δεν καθάρισε τα φρεάτια όμβριων, ούτε εμείς που πετάμε τα χαρτιά πάνω στις σχάρες των φρεατίων και τις βουλώνουμε.
Η μπορα φταίει, αυτό το ακραίο καιρικό.
Βλέπουμε δρόμους να κλείνουν από χιόνι και πάγο.
Ποιος φταίει;
Μα το ακραίο καιρικό, το χιόνι.
Δεν φταίει ο δήμος, η Νομαρχία, η το όποιο «συντονιστικό» που δεν έβγαλαν εγκαίρως αλατιέρες στους δρόμους.
Δεν φταίει κανείς απ’ αυτούς αν δεν υπάρχουν εκχιονιστικά γιατί δεν χιονίζει συχνά, με αποτέλεσμα όταν χιονίσει να γίνει μπάχαλο.
Δεν φταίνε οι οδηγοί που χωρίς αλυσίδες πάνε να περάσουν από το χιόνι και τον πάγο, κλείνοντας έτσι το δρόμο στα εκχιονιστικά.
Κανείς από όλους αυτούς δεν φταίει.
Μόνο τα «Ακραία Καιρικά Φαινόμενα» φταίνε.
Ωραίο άλλοθι, πολύ βολικό, και φοριέται πολύ τα τελευταία χρόνια.
Και αφού εισπράξουμε τα αποτελέσματα των «ακραίων» φαινόμενων τα οποία δεν είναι και τα καλύτερα τις περισσότερες φορές γιατί είμαστε του «θεραπεύειν» και όχι του «προλαμβάνειν» βγαίνουν οι «ειδικοί» να κάνουν δηλώσεις και σχόλια του τύπου «Οι υπηρεσίες μας κινητοποιήθηκαν άμεσα και αντιμετώπισαν τα προβλήματα που προέκυψαν».
Αποφεύγουν βέβαια να πουν ότι ΚΑΝΕΝΑ πρόβλημα δεν θα προέκυπτε αν εργαζόταν σωστά στην πρόληψη, και όχι μόνο στην αντιμετώπιση η οποία τις πιο πολλές φορές γίνεται και λάθος γιατί είπαμε….
Τα φαινόμενα ήταν …. «ακραία».


Όπως πολύ σωστά λέει ο Αντώνης Πρεκας, βλέπουμε αυτούς τους ανθρώπους, τους θαυμάζουμε, αλλά δεν ξέρουμε πολλές φορές το όνομα τους, πόσο μάλλον την ιστορία, αλλά και την πορεία τους στην τέχνη!
Είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο, το οποίο πρωτοκυκλοφορησε το 2003, και μέσα στην ίδια χρονιά είχε δυο επανεκδόσεις.
Διαβάζοντας το, νοιώθεις μια «ζεστασιά», νοιώθεις να έρχονται κοντά σου, πλάι σου, οι άνθρωποι αυτοί που μεγάλωσες μαζί τους, που γέλασες, η συγκινήθηκες, παρακολουθώντας τους να παίζουν στο «πανί», η στην μικρή οθόνη.

Ας γνωρίσουμε και τον συγγραφέα του βιβλίου «ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ», τον άνθρωπο που φέρνει κοντά μας τον Ελληνικό Κινηματογράφο, και τους ανθρώπους του.
Ο Αντώνης Πρεκας, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1960.
Είναι παντρεμένος με την Δημοσιογράφο Ελσα Συμεωνισου, και έχουν δυο παιδιά.
Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην ΑΣΠΕ και υποκριτική στις Δραματικές Σχολές Εθνικού Ωδείου, και Ωδείου Αθηνών.
Από το 1979 εργάζεται ως δημοσιογράφος κυρίως σε μεγάλες Αθηναϊκές εφημερίδες, αλλά και σε περιοδικά, και κατά καιρούς στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο.
Στον κινηματογράφο έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 10 ταινίες, και σε δυο σήριαλ στην τηλεόραση.
«Αρραβωνιάσματα» (ΕΤ 1-1983),και «Άλλη το πρωί, άλλη το βράδυ» (Mega 1994).
Σκηνοθέτησε περισσότερες από 20 θεατρικές παραστάσεις, και έγραψε και επιμελήθηκε ποιητικές βραδιές σε μορφή πολυθεαματος μεταξύ άλλων για τους : Κώστα Βάρναλη, Κώστα Καβάφη, για το Δημοτικό τραγούδι, και άλλα.
Έγραψε επίσης θεατρικά έργα, και διασκεύασε για το θέατρο τα διηγήματα του Αντώνη Σαμαράκη «Οδός Ταχυδρομείου», και «Γραφείο ιδεών».
Έχει γράψει και αρκετά βιβλία!
1977: «Όπως τα βλέπω», ποιήματα.
1981: «Σημάδια του καιρού», ποιήματα.
1988: «Συμφωνίες και δωδεκαλογοι», ποιήματα.
1996: «Σπονδές ασπόνδυλων», ποιήματα (εκδόσεις Πατάκη).
Το 2000, ήταν ο διευθυντής έκδοσης CD ROM με την ιστορία της Ελληνικής τηλεόρασης, το οποίο κυκλοφόρησε από το «TV ΕΘΝΟΣ», με επιμέλεια κειμένων της Ρένας Θεολογιδου.
Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμα για τον Αντώνη Πρεκα, για τις εφημερίδες στις οποίες εργάστηκε, και άλλα πολλά, αλλά δεν νομίζω να χρειάζεται.
Αποκτήστε ΟΛΟΙ τον ΠΡΩΤΟ τόμο του βιβλίου 




















