Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Χρόνης Αηδονίδης


Ο πιο γνωστός σύγχρονος Θρακιώτης τραγουδιστής με πανελλήνια ακτινοβολία και απήχηση, γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1928 στην Καρωτή, ένα μικρό χωριό περιτριγυρισμένο από λόφους, στη βόρεια πλευρά της κοιλάδας του Ερυθροπόταμου, 8-9 χιλιόμετρα από το Διδυμότειχο. Τουρκοκρατούμενη αυτή η περιοχή της Θράκης μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα, περιλαμβάνει κυρίως πεδινά γεωργοκτηνοτροφικά χωριά.
Στην Καρωτή ήρθε να εγκατάσταθεί μόνιμα ο προπάππος του (από την πλευρά του πατέρα του) φεύγοντας από την Αδριανούπολη.
Ο πατέρας του Χρόνη, Xρήστος Αηδονίδης (1901-1991), το γένος Δοϊτσίδη, ήταν ένας από τους λίγους κατοίκους της περιοχής που έμαθε γράμματα σε κείνους τους δύσκολους χρόνους (άσκησε περιστασιακά και τα καθήκοντα του δασκάλου).
Έπίστρατος στη Μικρασιατική εκστρατεία, έταξε τον εαυτό του να υπηρετήσει τον Αϊ-Γιώργη άμα γλιτώσει απ' τον πόλεμο και επιστρέφοντας στο χωριό του σώος, χειροτονείται ίερεας.
Ο παπα-Χρήστος είναι αυτός που θα δώσει τα πρώτα μαθήματα ψαλτικής στον μικρό του γιό.
Ο Πολύχρόνης Αηδονίδης ανατράφηκε ακούγοντας τους παραδοσιακούς σκοπούς και τα τραγούδια που τραγουδούσε η μητέρα του, η παπαδιά.
Η κυρα-Χρυσάνθη (γ.1905) είναι από τα Βρυσικά, χωριό που το χωρίζει από την Καρωτή ο Ερυθροπόταμος. Καλλίφωνη, επηρεασμένη από την εκκλησιαστική μουσική (μιας κι έψελνε κιόλας) και τα αργά τραγούδια της Αν.Θράκης, σοβαρή, δραστήρια και καλλιεργημένη, ήταν πάντα καλοδεχούμενη στους χορούς που γίνονταν στο ύπαιθρο και περιζήτητη στους γάμους και τις γιορτές, γιατί τραγουδούσε καλά και ήξερε το τυπικό.
Αυτή άνοιγε συνήθως το γαμήλιο γλέντι με κάποιον αργό τραπεζικό σκοπό. Στους χορούς που τελούνταν στο χοροστάσι ή το μισοχώρι όπως ελεγαν την πλατεία του χωριού, πρωτοστατούσαν συνήθως τέσσερις γυναικείες φωνές χωρισμένες σε δυο ζευγάρια, το πρώτο κοντά στο κεφάλι του χορού και το δεύτερο στη μέση Τραγουδούσαν δυνατά και στην ψηλότερη περιοχή της φωνής τους για να ακούγονται και να κρατούν το χορό στο ρυθμό, δίνοντας έτσι έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στο τραγούδι.
Αυτό το άκουσμα ταίριαζε και με την γκάιντα ή το καβάλι (μακριά ξύλινη φλογέρα), όργανα που συνήθως συνόδευαν το γλέντι όταν άναβε για τα καλά.Έτσι ο μικρος Χρόνης, δευτερότoκoς γιος και αδυναμία της κυρα-Χρυσάνθης, διαμόρφωνε κοντά της με αβίαστο και σίγουρο τρόπο το μουσικό του αισθητήριο.
Στα χωράφια, που από μικρός συνόδευε τους γονείς του για να βοηθήσει στις αγροτικές δουλειές, άκουγε τους μερακλήδες να τραγουδούν και τύπωνε τα τραγούδια τους, χωρίς να του έχει περάσει από το νου οτι κάποια μέρα θα τα τραγουδούσε.
Επίσης, από μικρός πήγαινε στην εκκλησία και άρχισε δειλά-δειλά να ψέλνει κάποια εύκολα τροπάρια, γοητευμένος με κάθε τι που είχε σχέση με τη φωνή και τους "μαλακούς" ήχους. Τότε, όλα τα γλέντια στο χωριό τα στήριζε το τραγούδι με σκέτες φωνές και μερικές φορές με γκάιντα - σπάνια με καβάλι και λύρα.
Στις μεγάλες γιορτές έρχονταν λαλήματα, συνήθως ζουρνάδες με νταούλια ή κομπανίες με βιολιά και κλαρίνα, τα γκαρνέτα οπως τα έλεγαν. 'Όταν για πρώτη φορά είδε στο χωριό κομπανία (ένα ούτι μ' ενα βιολί), ο οκτάχρονος Χρόνης δεν πήγε σπίτι όλη την ημέρα. Καθισμένος έξω από το καφενείο, ένιωσε να τον συνεπαίρνει ο πρωτόγνωρος ήχος των "μαλακων" οργάνων με τους γλυκείς σκοπούς.
Είχαν λεπτό και μαλακό ήχο σε σχέση με τους τραχείς και χοντρόφωνους ζουρνάδες.
Του φαινόταν πως άκουγε θείκή μουσική. Όμως η μάνα του τον ήθελε να γίνει παπάς ή ψάλτης, όχι τραγουδιστής. '
Άλλωστε τότε ποιός το έβαζε στο νου του να γίνει τραγουδιστής;
Αυτά τα τραγούδια δεν τα λογάριαζαν, δεν τα εκτιμούσαν ως εκφράσεις μιας λαϊκής τέχνης με αξιώσεις αισθητικής απόλαυσης, τα βλέπαν μόνον από τη σκοπιά της κoινωνικής τους λειτουργίας και σαν τέτοια τα χαίρονταν.
Γι' αυτό, θα πει χαρακτηριστικα η κυρα-Χρυσάνθη, απηχώντας αντιλήψεις μιας άλλης επoχής: "Ποιός θα προκόψει μ' αυτά τα τραγούδια";
Τα δύσκολα -ιδιαίτερα στον Έβρο- χρόνια της Kατoχής και του 'Εμφύλιου βρίσκουν τον Χρόνη στο Διδυμότειχο, μαθητή στο τοπικό Γυμνάσιο. Εδώ παίρνει και τα πρώτα συστηματικά μαθήματα βυζαντινής μoυσικής από τον σπουδαίο ανατολικοθρακιώτη πρωτοψάλτη Μιχάλη Κεφαλοκόπτη, ενώ παράλληλα μαθαίνει θεωρητικά πλάι στον ψάλτη Μανάκα.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο το 1948, υπηρετεί για ενα χρόνο ως κοινοτικός δάσκαλος στα Πετρωτά, το τελευταίο χωριό προς Βορρά πριν τη βουλγαρική μεθόριο, ενώ το 1949 βρίσκεται στην "παιδούπολη" της Ρόδου, σε αναζήτηση επαγγελματικού προσανατολισμού και απόκατάστασης.
Στη συνέχεια κατάλήγει στην Αθήνα ψάχνοντας για δουλειά. Τον Μάρτιο του 1950 προσλαμβάνεται στο "Σισμανόγλειο" Νοσοκομείο και, αφού περάσει από διάφορες θέσεις και υπηρετήσει επί σειρα ετών στο λογιστήριο, συνταξιοδοτείται τον Απρίλιο του 1988.
Εδώ, στο Σισμανόγλειο, ήρθαν και τον βρηκαν, το καλοκαιρι του 1953, ο λογογράφος Π. Παπαχριστοδούλου μαζί με τον μουσικό Παντελή Καβακόπουλο, οι οποίοι αναζητούσαν έναν καλό θρακιώτη τραγουδιστή για την εκπομπή πού είχαν στο ραδιόφωνο με παραδοσιακά τραγούδια.
"Εγώ αυτά τα τραγούδια ντρέπομαι να τα πω", ήταν η πρώτη αντίδρασή του. "Που να ανοίξεις το στόμα σου να πεις τραγούδι, έξω από τη Θράκη", εξομολογείται ο ίδιος. Χρειάστηκε λοιπόν, αρκετή προσπάθεια και η επιστράτευση του κύρους του γυμνασιάρχη Παπαχριστοδούλου, για να πεισθεί ο νεαρός Χρόνης να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς του και να τραγουδήσει.
Όμως η πρώτη ραδιοφωνική του εκπομπή τον Οκτώβριο του '53 είχε τέτοια απήχηση, που δεν άφηνε πιά περιθώριο για υπαναχωρήσεις. Έτσι, από τότε και για τρία περίπου χρόνια συμμετείχε σε εκπομπές με τη χορωδία και την ορχήστρα του Π. Καβακόπουλου.
Τα ραδιόφωνα είχαν αρχίσει ήδη να διαδίδονται στην επαρχία και ήταν η πρωτη φορά που ακούγονται τα τραγούδια των αγροτικών περιοχών της Ελλάδας πέρα από τα στενά γεωγραφικά τους όρια.
Ήταν το έναυσμα που έδωσε την ευκαιρία σε μουσικούς, οργανοπαίκτες και μερακλήδες να μάθουν τι πλούτος υπήρχε δίπλα τους. 'Έτσι και στην περίπτωση του Χρόνη Αηδονίδη ήταν η πρώτη φορά που τα τραγούδια της Δυτ.Θράκης ακούστηκαν στον τόπο τους αλλά και σε πανελλαδική κλίμακα, και μάλιστα με συνοδεία ορχήστρας παραδοσιακών οργάνων.
Βέβαια, για τις ανάγκες της εκπομπής, η ορχήστρα, με μικρες αλλαγές, έπαιζε σκοπούς και τραγούδια απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας. Αν και συμμετείχαν σε αυτή την ορχήστρα πολύ καλοί μουσικοί, το τελικό αποτέλεσμα ήταν η ομογενοποίηση,κατά κάποιο τρόπο, του ύφους της εκτέλεσης.
Το πρόβλημα εντοπιζόταν περισσότερο στις περιοχές που εΙχαν ιδιόμορφο μουσικό "χρώμα", όπως η Δυτ. Θράκη με σκοπούς και ρυθμούς που "ξένιζαν". Παρ' όλα αυτά ο τρόπος που παρουσιάζονταν τα τραγούδια, από το έγκυροκαι παντοδύναμο εκείνη την εποχη ραδιόφωνο, διέπλασε μια μουσική αισθητική και δημιούργησε άνα επίπεδο αναφοράς.
Σ' αυτό τα πλαίσιο, η μουσική συμβολή του ραδιοφώνου και ειδικότερα του τραγουδιστή Χρόνη Αηδονίδη στη διαμόρφωση αυτόύ που σήμερα εννοούμε ως "θρακιώτικο ύφος", υπήρξε αναμφισβήτητα σημαντική.
Σημειώνουμε εδώ ένα ακόμη γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της πρώτης παρουσίας του Χρόνη Αηδονίδη: μέχρι εκείνη την εποχή δεν είχαμε καθόλου θρακιώτικη δισκογραφία (78 και 45 στροφών), αντίθετα με άλλες περιοχές όπως η Νότια Ελλάδα, η Ήπειρος, η Κρήτη και η Μ.Ασία.
Έτσι, η Θράκη ευτύχησε να βρει έναν μεγάλο έρμηηνευτή από την αρχή ήδη της διάδοσης της μουσικής της απ' τα μέσα μαζικής επικοινωνίας.Άξιζει ίσως να υπενθυμίσουμε οτι από τους θρακιώτες τραγουδιστές μόνο δύο (που είναι και οι σημαντικότεροι) έτυχε να γίνουν γνωστοί σε πανελλήνια κλίμακα: οι Χρόνης Αηδoνίδης και Καριοφύλλης Δοϊτσίδης, οι οποίοι ουσιαστικα διαμόρφωσαν το υφος του θρακιώτικου τραγουδιου σήμερα.
Είναι αραγε τυχαίο το γεγονός οτι και οι δύο (μαζι με τον νεότερό τους Βαγγέλη Δημούδη) κατάγονται από το ιδιο χωριό, την Καρωτή;
Πάντως, αυτό το γεγονός εΙχε ώς συνέπεια, αν και οχι προφανή, το μουσικο υφος και το ρεπερτόριο της Καρωτης να απόκτήσει δυσαναλογα μεγάλη βαρύτητα στη διαμόρφωση του προς τα εξω μουσικου προσώπου της Δυτ. Θράκης.
Ή περιορισμένη απήχηση των λοιπών ντόπιων μουσικών και τραγουδιστών, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική τους αξία, οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους:α. Ή δισκογραφία τους , σημαντικα μικρότερη, ερχεται χρονικα πολύ αργότερα από αυτήν του Χρόνη Αηδονίδη και του Καριοφύλλη Δοϊτσίδη, ενώ κυκλοφορεί συνήθως μόνο στην περιoχή της Θράκης.
Το σημαντικότερο όμως είναι οτι, πέρα από τη Θράκη, δεν υποστηρίζουν την καλλιτεχνική παρουσία τους στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα με δισκογραφία πλατιάς κυκλοφορίας, με συναυλίες και με τακτικές εμφανίσεις στο κεντρικό κρατικό ραδιόφωνο και κυρίως στην τηλεόραση.
Μετά το πρώτο ξεκίνημα, σιγά-σιγά σμιλεύεται η εκφραστική ωριμότητα του Χρόνη Αηδονίδη και κυρίως η ιδιαίτερη επίδοση στους αργούς και δύσκολους σκοπούς.Σε τραγούδια που όταν τα έλεγε, σταματούσαν ολοι γύρω του και άκουγαν.
Το πρώτο αργό τραγούδι που είπε στον ραδιοφωνικό σταθμό (Ε.Ι.Ρ.) ήταν το "Βαγγέλης καπετάνιος".
Τραγουδούσε με κλειστά μάτια προσηλωμένος στο μικρόφωνο. Μόλις τελείωσε, γύρισε και εέδε τον Τάσο και τον Φώτη Χαλκιά - που τον συνόδευαν στην ορχήστρα - να είναι βουρκωμένοι.
Αυτό του έδωσε κουράγιο και δύναμη να συνεχίσει, λέει ο ίδιος. Τα αργά τραγούδια πάντα τον εντυπωσίαζαν, αλλά κατάλαβε την ιδιαίτερη αξία τους όταν άρχισε να μαθαίνει βυζαντινή μoυσική, οπότε έκανε συσχετίσεις "ηχων" και μελωδικών φράσεων: αυτό μοιάζει με κείνο...
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ οτι τα αργά τραγούδια, σε σύγκριση με τα χορευτικά, διαθέτουν συνήθως πιο περίτεχνη μουσική δομη - αν επιτρέπεται ο όρος. Πολλές φορές δε, μαρτυρούν δημιουργό γνώστη ή άτομο με αντίληψη στη θεωρία και τα μυστικά του ανατολικού μουσικού συστήματος.
Ένος συστήματoς, του οποίου οργανικό τμήμα αποτελεί η (Εκκλησιαστική) βυζαντινή και η δημoτική μας μoυσική. Φιλομαθής και μεθοδικός όπως είναι ο Χρόνης Άηδονίδης, από τα πρώτα χρόνια που βρίσκεται στην Aθηνα, μελετά συστηματικά τη βυζαντινή μουσική και θεμελιώνει καλά τις θεωρητικές του γνώσεις με τον Χατζηθεοδώρου (1954-1956).
Από το 1956 ξεκινάει η μακρόχρονη συνεργασία του με τον Σίμωνα Καρά στο ραδιόφωνο και αλλού, ενώ στη Σχολή του "Συλλόγου προς Διάδοσιν της Έθνικης Μουσικής" μαθαίνει περισσότερα για το σύνολο της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής (Εκκλησιαστικής και κοσμικής).
Σήμερα, κάνοντας έναν πολύ σύντομο απολογισμό της ερμηνευτικής του πορείας, ο Χρόνης Αηδονίδης θα πει επιγραμματικά:
Τα τραγούδια που έλεγα το 1953 πιθανόν να ήταν πιο γνήσια, αλλά ήταν πιο απλά και απελέκητα, σαν ατελείωτα.
Τώρα ξέρω που πονάει το κάθε τραγούδι, που θέλει διόρθωση, πως πρέπει να ειπωθεί. Και είναι αλήθεια οτι, όποιος συγκρίνει τις ηχογραφήσεις του από τους πρώτους δίσκους μέχρι τους πρόσφατους, μπορεί εύκολα να καταλάβει πως τη νεανική φρεσκάδα έχει αντικαταστήσει προοδευτικά η γνώση και η ερμηνευτική ωριμότητα. Η πορεία του λοιπόν αυτά τα σαράντα χρόνια, υπήρξε συνεχής και ανοδική, ενώ παραμένει υπόδειγμα "ερασιτέχνη" τραγουδιστή - με την πρωταρχική έννοια της λέξης - μακριά από την εμπορευματοποίηση και τη φθοροποιό δουλειά στα νυχτερινά κέντρα, δίνοντας έτσι το μέτρο του καλλιτεχνικού, όπως και του ανθρώπινου ήθους που τον διακρίνει.
Τις τελευταίες δεκαετίες ο τραγουδιστής Χρόνης Αηδονίδης αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο, ιδιαίτερα ως ερμηνευτής των αργών μελισματικών τραγουδιών της Αν. Θράκης, με το χαρακτηριστικό "βυζαντινίζον" χρώμα τους. Έτσι, στο πρόσωπο του Χρόνη Αηδονίδη έρχεται να βρει τον καλύτερο εκφραστή της η άποψη που θέλει το παραδοσιακό τραγούδι να προέρχεται από τη βυζαντινή μουσική σε μια άρρηκτη συνέχεια.
Αυτή η τελευταία διαπίστωση, νομίζουμε οτι αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους που συμβάλουν στην πλατύτερη αποδοχή του ως ερμηνευτή. Ο ίδιος συνεχίζει να δουλεύει αθόρυβα πάνω στη μουσική παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του, συλλέγοντας μερικές εκατοντάδες τραγούδια, με κεντρικό πυρήνα αυτά που έμαθε από τη μάνα του.
Τραγούδια που καθημερινά χάνονται και που μόνον ένα μικρό μέρος τους έχει ήδη εκδοθεί σε δίσκους, οι οποίοι μάλιστα στην πλειονότητά τους δεν κυκλοφορούν πια ή είναι δυσεύρετοι.
Η αξιόλογη δισκογραφική παρουσία του Χρόνη Αηδονίδη περιλαμβάνει δίσκους μικρής διάρκειας (45 στρ.) και μεγάλης διάρκειας (33 στρ.), ενώ συμμετέχει στον πρώτο καΙ μοναδικό, απ' οσο γνωρίζουμε, δίσκο 78 στροφών με τραγουδι της Δυτ. Θράκης (βλ. δισκογραφία).
Παράλληλα, η παρουσία του σε εκπομπές ραδιοφώνου και τηλεόρασης, σε συναυλίες και εκδηλώσεις είναι συχνή, ενώ γνώρισε και συνεργάστηκε με αρκετούς από τους σπουδαιότερους λαϊκούς μουσικούς της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: